Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2006

Here Ye Snow, Here Ye Snow, Here Ye Snow...

Γλασκώβη, πολλά χρόνια πριν, τρελλά χειμώνας. Αθήνα της ζέστης και του λεπτού κρύου που περονιάζει, αλλά σε προειδοποιεί τουλάχιστον, τώρα στον Βορρά του γνωστού Βορρά. Κοντά στον Βόρειο Πόλο όσο και η Μόσχα! ΟΚ, υπάρχει και το Aberdeen, αλλά δεν πήγαινα για φαλαινοθήρας! Φοιτήτρια πήγαινα...

Από τις ηλιόλουστες μέρες μας, στο 6μηνο σκοτάδι. Να βραδιάζει όλο και πιο νωρίς, όλο και περισσότερο. Η μέρα να μην ξημερώνει. Καταχείμωνο, 2 με 4 το μεσημέρι, ίσα που πίσω από τα παχιά σύννεφα είχε ψιλοξημερώσει... Γκρι μολυβί ο ουρανός, γκρι μολύβι η ψυχή. Η δική μου. Των άλλων ήταν ένα πιο φλουταρισμένο γκρι. Δεν ήταν επαγγελματίες της ζωής. Ζούσαν με την ελαφράδα του ερασιτέχνη της. Κερδισμένοι. Εγώ... Αστα. Μεταπτυχιακά απίστευτα αγγούρια, ήθελα να κάνω τον ζογκλέρ βλέπεις! Eternal Pro. The story of my life.

Ηταν που λέτε από αυτές τις μέρες που όχι απλώς όλα πήγαιναν στραβά, αλλά ήταν το αποκορύφωμα πολλών ημερών στη σειρά, που όλα πήγαιναν στραβά. Λες κι υπήρχε συνεννόηση να σπάσουν σερί τα κατσικοπόδαρα στην πλάτη μου! Ολοι οι Ελληνες μα και ξένοι συμφοιτητές και φίλοι μου, σπίτια τους για τις γιορτές. Εγώ η Μις Γκαντέμω... Οι πιθανότητες να λυνόταν το ασύλληπτο μπάχαλο (“Sorry lluv!”) με το εισιτήριό μου για πατρίδα, πιο μηδέν κι από την θερμοκρασία έξω. Η ηρεμία μου, μπηλοζήρια, και ό,τι μα ό,τι και να έκανα, σε αεροπλάνο δεν θα έμπαινα μέχρι την επόμενη στην καλύτερη. Κι αυτό αν ακύρωνε κάποιος τελευταία ώρα...

Σκατά! Θα έμενα κασάτο ΚΑΙ 30 Δεκεμβρίου στο κρυοχώρι, το ξενέρωτο. Που από τις 23 έπρεπε να είμαι στο δωμάτιό μου στην Αθήνα, να κανονίζω εξόδους και να φορτώνω 3 projects την ώρα στον κόκκορα! Που τον είχα από το δημοτικό, τον είχα εκπαιδεύσει... Δεν είχε έρθει μαζί μου όμως στα ξένα, και ζοριζόμουν χωρίς αυτόν. Λες να ξέμενα εκεί πάνω και να ήμουν μόνη με τα βιβλία μου πρωτοχρονιάτικα? Ιικ!

Απόγευμα πλέον, όλοι να έχουν κανονίσει διάφορα, να χυλοπιτιάζω «No thnx, no thnx, next time, thnx” και να προσπαθώ να κάνω τον χρόνο να τσουλήσει... λέμε τώρα. Ηδη με full-blown S.A.D., κι ευτυχώς δεν ήξερα ότι τα αντικαταθλιπτικά είναι οκ και σε κάτω των συνταξιούχων ηλικίες... Αλλιώς θα τα έπαιρνα με τις χούφτες!

Δε μπορεί, σκεφτόμουν, όσο πιο πολύ μιζεριάσω και χτυπηθώ στην κατάθλιψή μου, τόσο πιο γρήγορα θα με λυπηθούν οι Μοίρες. Ολο τέτοιες φλόμπες έλεγα. Φώτα νέον στο κεφάλι μου μέσα: Ελλάδα. Ελλάδα, Ελλάδα, Ελ-λά-δα! Εκλεινα τα μάτια: να δεις που όλα είναι κακό όνειρο και θα ξυπνήσω στο κρεβατάκι μου... Με περίμεναν όλοι μεν, κανόνιζαν χωρίς εμένα δε... Θα γυρνούσα και τίποτε δεν θα ήταν όπως ήθελα, τα δώρα τους θα τους τα έδινα Πάσχα τελικά... Ουφ! Να σκάσω ήμουν!

30 του μηνός λοιπόν, δέκα λεπτά πριν κλείσουν τα μαγαζιά. Δε βγαίνω να κάνω μια βόλτα γιατί θα μου στρίψει? Ούτε να διαβάσω μπορούσα, ούτε να κάνω παρέα με τους εναπομείναντες flatmates – δυό Σκωτσέζες κι ένας Καναδός, αλλού φασωμένοι. Τους βαριόμουν αφόρητα. Τι να λέγαμε τέτοιες μέρες? Ελλάδα? Φραπέ, κάλαντα και μελομακάρονα? Κουραμπιέδες και δέντρο κάθε χρόνο με άλλο στόλισμα γιατί έτσι γουστάρουμε? Ρεβεγιόν και μετά σαν τους τρελλούς από πάρτυ σε πάρτυ κι από κλαμπ σε κλαμπ, όλοι οι καλοί (και οι κάλοι!) χωράνε?

Κι αν ακόμη τα έκαναν κι εκείνοι έτσι, σκασίλα μου μεγάλη! Δεν τους είχα όρεξη. Ηθελα πατρίδα. Ελειπα πολύ περισσότερο καιρό απ’ οσο μπορούσα να αντέξω, και κάθε στιγμή μακριά με τρέλλαινε.

Την ώρα που βγήκα έξω, είχε μόλις αρχίσει να χιονίζει. Ξεπρόβαλλα δεξιά όπως βλέπετε τη φωτό, πίσω από το Δημαρχείο, και ροβόλησα προς την αγορά. Δεν έβλεπα καλά από τον συνδυασμό παγωμένης βροχής, χιονιού και κόσμου που έτρεχε για τα τελευταία... Μέχρι να φτάσω στα μαγαζιά, έκλεισαν. Τα πήρα στο κρανίο, είχε πέσει η θερμοκρασία μέσα σ’ένα τέταρτο και ήμουν ξυλιασμένη. Aρχισα τσαντίλα να τρέχω προς τα πίσω, μέχρι που σήκωσα τα μάτια μου και είδα οτι... δεν έβλεπα τίποτα!!!

Χιόνιζε ΤΟΣΟ πολύ που δεν έβλεπα στα δύο μέτρα! Και ξαφνικά κατάλαβα ότι δεν άκουγα καν θόρυβο από αυτοκίνητα. Ετσι ή αλλιώς εκείνη την ώρα είχε πολύ λίγα, αλλά ξαφνικά, σιωπή! Λες και μπήκε σουρντίνα! Το μόνο που ακουγόταν ήταν γρήγορα περπατήματα, μάλλον απόπειρες περπατήματος, μια και δεν μπορούσε κανείς να προχωρήσει κανονικά, με το χιόνι να στροβιλίζεται με φόρα σαν παλαβό.

Ημουν ήδη στην πλατεία της φωτο και πάλι. Κοίταξα τον ουρανό και έβρεχε μικρά σεντονάκια, στροβιλιστά, θεόπυκνα, σαν ψεύτικα! Τα φώτα τα έκαναν κιτρινωπά και όλα γύρω μου, παραμύθι με χρυσαφί φωτισμό... Χάζεψα κι έμεινα ακίνητη. Ανά μερικά λεπτά, αραίωνε για λίγο, ίσα να βλέπεις αντί στα δύο, στα πέντε μέτρα, και μετά πάλι λες κι η Βασίλισσα του Χιονιού άδειαζε τσουβάλια. Γενναιόδωρη. Αρχόντισσα. Κλέφτρα παράστασης. Ποιός Αγιος Βασίλης θα μπορούσε να top that?

Πουντιασμένη, μπότες κρυσταλλιασμένες ως τη γάμπα. Τα μαγουλά μου δεν τα ένοιωθα απ’το κρύο. Κασκώλ ως τα μάτια, ανάσα άσπρο συννεφάκι να κόβεται με το μαχαίρι, πνεύμονες να τσούζουν με κατεψυγμένο αέρα. Και ξαφνικά φλασιά: ήμουν μόνη μου, ναι, μα τόσο γεμάτη, σα να έγινε το γύρω όλο ένα σκηνικό ballet on ice και να ομόρφυναν τα πάντα. Ξέχασα την τσαντίλα μου, τη θλίψη μου, χάζευα σαν παιδάκι. Καρυοθραύστης live!

Κάποιοι συμφοιτητές μας από την Αφρική, την πρώτη φορά που είχε χιονίσει στη Γλασκώβη, βγήκαν έξω με τις πυτζάμες να δουν χιόνι προς μεγάλη ευθυμία όλων μας. Χαιρόμασταν με τη χαρά τους, αλλά ως μπλαζέ ευρωπαίοι, κάπου το βρίσκαμε παιδιάστικο. Ε, here I was: το στόμα ανοιχτό να δοκιμάσω χιονονιφάδες και να χαίρομαι σα μωρό! Παραμυθούπολη. Το βασίλειο των Πάγων, την ώρα που το έφτιαχναν. Γινόμουν κι εγώ μέρος του σκηνικού. Αν δεν ξεπάγιαζα τόσο που να αισθανόμουν υποθερμία, θα έμενα να γίνω σαν τα αγάλματα, μισοσκεπασμένη απ’το χιόνι.

Το μόνο που μου θύμιζε το σπίτι μου ήταν μια έντονη ανάγκη να ήταν οι δικοί μου εκεί, να μοιραστούμε την απόλυτη ησυχία και το κιτρινωπό λευκό της Παραμυθούπολης... Ολη η πλατεία και οι γύρω δρόμοι κατάλευκοι, να φεγγίζουν. Μοναξιά αλλά και μαγεία. Χριστουγεννιάτικη μαγεία...

Στον γυρισμό στο flat, πετούσα. Μόνη, τσαντίλα, overstressed, overworked, frustrated, με τις βαλίτσες έτοιμες και το σιχτίρ στο στόμα, κι όμως γεμάτη ομορφιά απ’την πρωτόγνωρη εικόνα. Μια πλατεία όλη μόνη μου, γεμάτη όλο το χιόνι που μου έλειψε στην πόλη όσο μεγάλωνα. Ενα φιλικό πατ-πατ-πατ «έλα, κοίτα τι σου έχω», να με ξεγελάσει αρκετά, να με κρατήσει. Κοιμήθηκα με το χρυσαφί λευκό να πλημμυρίζει τα μάτια μου...


Την άλλη μέρα, όλα πήγαν ρολόι. Here ye go! Εισιτήριο, πτήσεις back to back στην ώρα τους. Προσγείωση μες το σκοτάδι, δεν είδα την τσιμεντούπολη παρά μόνο σαν γιορτινή χριστουγεννιάτικη γιρλάντα πεταμένη στο έδαφος. Ευτυχώς! Βαλίτσες, γονείς, boyfriend, φίλοι στο αεροδρόμιο, όλα οκ. Μπαίνοντας στο αμάξι για να πάμε επιτέλους σπίτι, ένοιωσα μια περίεργη λύπη που άφηνα πίσω την Παιχνιδούπολη. Αντί για χοροπηδητό που ήμουν επιτέλους σπίτι, λύπη! Μη χειρότερα...

Και τελικά Glasgow: ποτέ ξανά το σκέτο κάτεργο, το άγχος και projects φορτωμένo. Από δω και πέρα, η χώρα που δεν ξημερώνει όλο το χειμώνα, και όλο το φως της βγαίνει από το χιόνι! Το Παραμύθι που μου υποσχέθηκα ότι θα γυρίσω κάποια στιγμή με τους αγαπημένους μου να τους το δείξω.

Ομως... Μπήκε το 2007. Ούτε φέτος. Ας είναι, ξέρω πως θα με περιμένει...

ΥΓ- Μην ξεγελιέστε από τις σχετικά φωτεινές φωτος, είναι τραβηγμένες κατακαλόκαιρο... Και ναι, συγκινήθηκα τρομερά όταν βρήκα τη φωτο της πλατείας, από εκεί ακριβώς που στεκόμουν σα χαζό μες τη χιονόπτωση! Καλή Χρονιά να έχουμε, με τους αγαπημένους μας πάντα παρέα μας να μοιραζόμαστε δια ζώσης τη μαγεία!




I know that i've been mad in love before / And how it could be with you / Really hurt me baby, really cut me baby / How can you have a day without a night / You're the book that I have opened / And now I've got to know much more / The curiousness of your potential kiss / Has got my mind and body aching / Really hurt me baby, really cut me baby / How can you have a day without a night / You're the book that I have opened / And now I've got to know much more / Like a soul without a mind / In a body without a heart / I'm missing every part[x5]

Unfinished Sympathy / Massive Attack

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2006

... and a Happy New Year!!!

Αγαπημένε μου Αγιε Βασίλη ή...Santa Baby,

Φέτος πριν σου ζητήσω τι θέλω για μένα, να σε ευχαριστήσω για το περσινό σου δώρο, εκείνη την ωραιότατη ρυτίδα στο μεσόφρυδο. Πήγε σετάκι με το προπέρσινό σου δώρο, τις ρυτίδες πόδι-της-χήνας, γύρω απο τα μάτια μου. Α, και το προπέρσινο, τις πολύ βαθιές ρυτίδες, έκφρασης λέει, στο πλάι του στόματος!

Φέτος έτσι και κάνεις να κατέβεις απ'την καμινάδα μου, στ'ορκίζομαι, θ'ανάψω το τζάκι και θα σε κλαιν' οι τάρανδοι!

Ξέχασέ με φέτος!


Με πολλή αγάπη,

Μαίρη Κρισμασίδου :))

(από μια ιδέα e-card απ΄το www.filaki.gr)

Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2006

Αγαπημένα μου Χριστούγεννα.

Επί χρόνια, θυμάμαι τα Χριστούγεννα, ρεβεγιόν οικογενειακά, και μετά... ολονύκτιο προσκύνημα σε κλαμπς κι έρωτες ατέλειωτους. Ενα ξόδεμα νιότης άνευ προηγουμένου, να κατασπαταλιόμαστε σα να μην ξημέρωνε ποτέ! Και βέβαια, να καταλήγω σούρνωντας μετά γυαλιών ηλίου στο σπίτι, ήδη ξημέρωμα και βάλε για!


Να μπαίνω στο σπίτι λίγο πριν ξυπνήσουν όλοι (αργά, λόγω ημέρας), να γλυστράω με την ψυχή στο στόμα, γιατί βαριόμουν τα "Είπαμε, εντάξει, αλλά τι ώρα είναι αυτή?!" τροπάρια. Ντους ιπτάμενο, να βγάλω ώρες κραιπάλης από πάνω μου, και να ξαναντυθώ τις ευπρεπείς αρκουδονιανιά πυτζάμες μου. Να προλάβω έστω λίγη χειμερία νάρκη μέχρι το εορταστικό εγερτήριο σε λίγες ώρες. Το σώμα να κοιμάται πριν το κεφάλι μου ακουμπήσει στο μαξιλάρι...

Λίγο, ελάχιστο λήθαργο αργότερα, τυμπανοκρουσίες κοντά στις 2 το μεσημέρι, τελευταίο όριο του "Πάλι ρεζίλι γίναμε! Τι ώρα πρέπει δηλαδή να τρώμε?!". Χριστουγεννιάτικο τραπέζι πολλών αστεριών και καρατίων, αντάξιο γκουρμέ περιοδικών, καλεσμένους έτοιμους για κατασπάραγμα της Μαγειρικής της Μάνας μου (κεφαλαία τα Μ, με φωτάκια). Χριστουγεννιάτικες συναυλίες Βιέννης να ντουντουνίζουν, συζητήσεις να πετάνε σε όλο το σαλόνι, από τη μία μεριά στην άλλη, χωρίς αλάρμ και να μην ξέρω πού να κρυφτώ να μη με στουκάρει καμμιά ("Πωπωπωπωωωω, πώς μεγάλωσες έτσι εσύ?!") και να πρέπει ν'απαντήσω...

Εγώ να μη θέλω τη ζωή μου, αλλά να χτυπάω φιλότιμα τρεις παρακεταμόλες και τσουπ! ορίστε, κάθομαι πειθήνια στο τραπέζι, κάρφωσα και χαμόγελο "Ναι, συνέρχομαι από μια ιωσούλα, μη μου δίνετε σημασία...". Τρεις μπουκιές σαλάτα με το ζόρι και κλωθογύρισμα στο πιάτο, ανάμεσα σε πολύ νερό (αφυδάτωση γαρ...). Μισόκλειστα μάτια γιατί το φως πολύ, κουρτίνες τέρμα ανοιχτές και φώτα μαζί, έλεος! Γιορτάζουμε, σαφώς, αλλά μπορώ να πάρω ένα πιστωτικό να ξαναπεράσω αύριο παρακαλώ?

Να ψοφάω από νύστα και πονοκέφαλο (όχι χανγκόβερ καθώς αλκοόλ στάλα), να μην αντέχω τίποτε δυνατότερο από ψίθυρο, να περιμένω τι και πώς την ώρα που θα φτάναμε πια στο γλυκό/καφέ και άρα και στα δώρα. Ναι, τα δώρα τα μεσάνυχτα ακριβώς, αναβλήθηκαν για την επόμενη, μόλις μάθαμε πια ότι ο Αη-Mallίλης δεν υπάρχει, οπότε ποιός ο λόγος να τους ξαγρυπνάμε τους έρμους τους γονείς?

Αντε λοιπόν ν'ανοίξουμε και τα δώρα τα εντελώς λάθος, και να ευχαριστήσουμε ευλαβικά το σόι όλο για το νιοστό πρασινωπό (ευφημισμός του καμπινεδί) πουλοβεράκι, και να περιμένω κόβοντας φλέβες με μαχαιράκι βουτύρου, to no avail, το εξιτήριο απ΄το βασανιστήριο...

Αλλά επί όλα αυτά τα χρόνια, το καλύτερό μου βασανιστήριο!

Αναρωτιέμαι, ήξεραν άραγε οι γονείς μου, που τους ρεζίλευα κανονικά με τα μούτρα μου να σέρνονται στο πάτωμα, με τη σνομπαρία μου στη Μαγειρική (φωτάκια!) και με τη βαθυστόχαστη επικοινωνία μου με "ναι/όχι", πόσο τρελλά χαρούμενη ήμουν μέσα-μέσα όλα αυτά τα Χριστουγεννιάτικα Μεσημεριανά? Πόσο ευγνώμων ήμουν που ανέβαζαν ολόκληρη παράσταση για να περνάμε καλά εμείς, τα παιδιά (ήδη ολόκληρα γαιδούρια, αλλά παρ'όλ'αυτά παιδιά άκόμα στα μάτια τους)?

Δεν θα τους το έλεγα πάντως ποτέ. Ακόμη και τώρα, ακόμη πιο ολόκληρη γαιδούρα, ντρέπομαι φριχτά. Για μια υπόληψη ζούσα, μια ξερολίαση κι ένα ατρόμητο, πού χώρος για συναισθηματισμούς!

Εσύ τώρα πάντως που με διαβάζεις είναι άλλο, δεν θα τους το πεις, έτσι δεν είναι?

Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2006

Ενα Τσουβάλι Ευχές!

Χριστούγεννα ακόμη...

Mέρες δύσκολες όταν σε βαραίνει ο ίσκιος του αγαπημένου ανθρώπου. Οταν αφουγκράζεσαι τον χώρο που κατελάμβανε δίπλα σου, και θυμάσαι ίσα-ίσα ένα αχνό περίγραμμα. Αλλά ο άνθρωπος, το ζεστό το σώμα να λείπει. Βαρύ πολύ. Να ευχηθώ Γαλήνη σε όσους θρηνούν απουσίες.


Και Υπομονή σε όσους παλεύουν με το αναπόφευκτο, τέτοιες ειδικά μέρες. Είναι σκληρότερα τώρα, που λες κι βρέχει καταναγκαστικά πανηγύρια ενόσω εσύ πονάς βαθειά... Και σε όσους ζουν δύσκολες ώρες με δικούς τους, ειδικά παιδιά, να δίνουν μάχη με αρρώστειες, Δύναμη και Κουράγιο. Ν'αντέξετε, να ελπίζετε πολύ και να προσεύχεστε να πάνε όλα κατ'ευχήν και να ξανασηκωθούν σιδερένιοι! Οι προσευχές μου μαζί σας.


Τουλάχιστον ας έχουμε την ευκαιρία να πούμε σε όλους τους πολύτιμους για μας ανθρώπους, μικρούς - μεγάλους, πόσο πολύ τους αγαπάμε. Τη μεγαλύτερη πολυτέλεια που μπορεί να αξιωθεί άνθρωπος: να ζήσει όχι για να επιβιώσει και να βιώσει λάθρα, αλλά ν'αγαπηθεί ΠΟΛΥ!

Και τις καλύτερες ευχές μου σε όσα μωράκια γεννιούνται τώρα που μιλάμε, και σκορπάνε ελπίδα και χαμόγελα στον κόσμο! Ας κάνουν πάρτυ σε όλα τα μαιευτήρια! Οι πόνοι να λιώνουν μες το πρώτο κλάμμα, έτσι όπως με τα φρέσκα αυτά πλασματάκια αλλάζεις χρόνο και ζωή μαζί!

Φίλοι μου που δεν σας βρήκα στα blogs σας να αφήσω εκεί ευχές (είτε δεν έχετε ακόμη, είτε με πετάει έξω την Καραασχέτογλου, είτε δεν έχω ακόμη την άνεση να μπω να ευχηθώ προσωπικά), φίλοι που με διαβάσατε και συνεχίζετε να με τιμάτε, ΧΡΟΝΙΑ ΣΑΣ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΛΑ με Υγεία κι Ευτυχία! Ειδικές ευχές στους εορτάζοντες/ουσες των ημερών (Χριστίνα, luvsU), και Καλή Αποσυμπίεση σ’όλους!

Apousia, από δω και πέρα μόνο ΧΑΡΕΣ! Υγεία, Δύναμη και Χαρές, μ'ακούς? Με το τσουβάλι! Μη μας ξεχνάς!!!


Αυτό και τα επόμενα δύο ποστς είναι μερικά απ'όσα Aphrodite said... in
doncat, post "Βομβιστής των Ναών", 23.12.06

Το Πολυέξοδο Αδιέξοδο

Μπορείς να πιστέψεις με το ζόρι
στο "Ναι, δώσε!" ή το "Οχι, μερσί"?


Τόσα επιχειρήματα όλες αυτές τις μέρες, είμαι χριστιανός, όχι δεν είσαι, πιστοί, θρήσκοι, θεούσοι όλων των κλιμακίων, άπιστοι, άθρησκοι, άθεοι, θρησκόληπτοι... Οφθαλμοφανές ποιοί έχουν και ορθολογικό back-up, αλλά οι ίδιοι εμμένουν στην ίδια άποψη, επί σειρά μηνών, επί σειρά ποστς, επί σειρά σχολίων...

Να το πάρω αλλιώς, σε αυτά δε χωράνε ημίμετρα. Σε θέλω Η δε σε θέλω. Σε Πιστεύω Η δεν σε πιστεύω. Σε συγχωρώ Η δε σε συγχωρώ. Σ'αγαπώ Η δε σ'αγαπώ. Κανένα ντεμί. Mutually exclusive. Aν είναι μία από τις δύο θέσεις, με έστω κι ένα ανθυπο-ερωτηματικούλι, απλώς δεν είναι θέση. Βόλεμα είναι. Κεκτημένη Ταχύτητα.

Να το πάρω αλλιώς, σε αυτά δε χωράνε ημίμετρα. Σε θέλω Η δε σε θέλω. Σε Πιστεύω Η δεν σε πιστεύω. Σε συγχωρώ Η δε σε συγχωρώ. Σ'αγαπώ Η δε σ'αγαπώ. Κανένα ντεμί. Mutually exclusive. Aν είναι μία από τις δύο θέσεις, με έστω κι ένα ανθυπο-ερωτηματικούλι, απλώς δεν είναι θέση. Βόλεμα είναι. Κεκτημένη Ταχύτητα.

Και δεν έχει να κάνει με το αν όλα είναι στη θέση τους 100% στον άλλον. Τον θέλεις π.χ. παρ’όλο που σου βγάζει την ψυχή και δεν είναι 100% το αρχέτυπό σου. Το ΘΕΛΩ σου όμως είναι 100%. Τον συγχωρείς κι ας μην έχει δώσει όλα τα εχέγγυα ότι αξίζει την συγχώρεση. Εσύ όμως το κάνεις στο 100%, παραγράφεις... Πόσο μάλλον για κάτι που έχει πνευματικότητα, καρδιά και νου μαζί. Πιστεύω – δεν πιστεύω, either-or.

Κι ας βλέπεις τα ξεκάρφωτα, που κράζουν από χιλιόμετρα ότι ήταν ανθρώπου γραμμένα. Οτι είναι ερμηνείες, αποδόσεις ή χάσιμο στη μετάφραση. Ετσι ή αλλιώς οι καιροί ξεπέρασαν το γραπτό που έμεινε και μαζί του πορεύτηκαν τόσοι και τόσοι. Και χρειάζονται πραγματικά ακρωτηριασμοί του πνεύματος για να πιστέψει ένα 21ου αιώνα φρέσκο μυαλό στο γραπτό εκείνης της βερσιόν.

ΤΟ Αδιέξοδο: Ξαναγράφουμε λέει τον Χριστιανισμό εκ βάθρων με τα νέα μας τα μάτια, αφήνοντας όλα αυτά που "χάσκουν", με ένα συνοπτικό «έτσι τα βρήκαμε, πίστευε και μη ερεύνα». Αφήνοντας άντε και λίγο χώρο για όλα αυτά που ο νους δε μπορεί να συλλάβει αλλά τα ζούμε καποιες φευγαλέες στιγμούλες, έστω και σαν θαύματα αγάπης ή κάποιας ροής, κάποιας συνέχειας, κάποιου βαθύτερου, προσωπικού νοήματος. Τότε θα είναι σα να παραδεχόμαστε ότι έχουν γραφτεί και διαιωνιστεί ΟΙ ανακρίβειες για να μην πω χειρότερα. Κι ότι τόσους αιώνες πορευόμασταν με λάθος νηολόγιο.

Αν πάλι τον αφήσουμε ως έχει, σε λίγο περισσότεροι θα είναι οι επικριτές παρά οι πιστοί, μια και δεν μπορεί να σταθεί στο φως ακόμη και common sense ερωτήσεων. Πόσο μάλλον στο ύψος των περιστάσεων του να καθοδηγήσει, να βοηθήσει, να ανακουφίσει ουσιαστικά μέσω των εντελώς «δια ταύτα» ερμηνειών και πρακτικών (θρησκεία, με τις κατά τόπους αντιπροσωπείες, τις εκκλησίες).

Υπήρξε δεν υπήρξε, θεάνθρωπος ή ανθρωπάκι, το να συζητάμε ακόμα, και πολλοί από εμάς να ασπάζονται στο εξτρήμ ό,τι πιστεύουμε ότι αποτέλεσε ως σύμβολο και ως μήνυμα, δείχνει την πολύ βαθειά μας ανάγκη για στήριγμα. Και μαζί τις μοναχικές αλλά παντοδύναμες υπαρξιακές μας αναζητήσεις. Αλλά όσο κερδίζει έδαφος το close scrutiny της εποχής μας, τόσο αποσυντονιζόμαστε και απορρίπτουμε, χωρίς καν να τον μελετήσουμε και να έχουμε ιδία κρίση (στο μέτρο του δυνατού, μια και πρόκειται γαι ιστορικό πρόσωπο). Και ντρεπόμαστε όταν στη μεγάλη μας θλίψη ή τον μεγάλο μας φόβο, γραπωνόμαστε από το Θείο για βοήθεια, σα μωρά παιδιά.

Κι όχι τίποτα, δεν έχουμε και κάτι έτοιμο προς αντικατάστασιν, ούτε έχουμε ωριμάσει τόσο ως είδος που να μην χρειαζόμαστε κάτι στο οποίο να πιστεύουμε. Ας μην είναι Χριστός, ας είναι σκέτη Αγάπη κι Ευθύνη κι Ανιδιοτελής Προσφορά. Αν μη τι άλλο, πες ότι αξίζει η μετάβαση – το μέσο είναι το μήνυμα και το μήνυμα είναι το μέσο (που το σταυρώσαμε το μέσο, και θα το ξανασταυρώναμε με την πρώτη ευκαιρία).

Ποιός θα έκανε την υπέρβαση? Ποιός αμαρτωλός πρώτος τον λίθο βαλέτω προς αυτή την κατεύθυνση - Η Πίστη μας, Εμείς?

(να πω τώρα Ο-έ-ο?!)

Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2006

'Tis the Season to be Jolly, fa la la la la...

Deck the Halls with Boughs of Holly, fa la la la la...

Τέτοιες μέρες αισθάνομαι κούραση δεκαετιών κοπανέλι με μελαγχολία. Και κρόσσια «αι σιχτίρ»! Κι απ’την άλλη ευγνωμοσύνη, που μού'δωσε η ζωή μερτικό σε πόνο που άντεξα, και χαρές που με κράτησαν να μη σταματήσω τη Γη να κατέβω... Ξέρω πως αυτή είναι όλη κι όλη μου η ζωή: Πρόβα, Πρεμιέρα, Παράσταση και Αυλαία Τέλους. Ολα μαζί σε μία δόση. Αναρωτιέμαι όμως πότε θα σταματήσει η αίσθηση του ότι βλέπω τα «Προσεχώς» και θα ξυπνήσω επιτέλους. «ΔΕΝ ΒΓΑΙΝΕΙΣ ΣΕ 5’, ΕΙΣΑΙ ΗΔΗ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΡΕΕΕΕΕΪ!».

Δε θ’αρχίσει η κανονική ζωή μου μόλις βγάλω την επόμενη υποχρέωση. Δεν θα βρω τον personal Jesus μου μόλις στρώσω τον ύπνο μου. Δεν θ'ανέβω κλάση αν κάνω dental floss κάθε βράδυ. Τώρα συμβαίνει. Που σας διαβάζω και με διαβάζετε. Αλλά όλο νομίζω πως από αύριο θα είναι my life in real.... Και πως ΟΚ, ήρθαν και πέρασαν και τα φετινά Χριστούγεννα στο περίπου, αλλά έχω ακόμα την Πρωτοχρονιά να γίνουν όλα σαν σε διαφήμιση... Να είμαι πλέον υπεράνω όλων των μικρών και ποταπών, και να κρεμάσω ένα ειλικρινές χαμόγελο (τίννν!) απ’τ’αυτιά...

(χμ, να θυμηθώ ν’αλλάξω τα ληγμένα με λιωμένα... σαλιωμένα...)

Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2006

We Wish You A Merry Christmas!

Καλά Χριστούγεννα σε όλους σας!!!
Γεροί, δυνατοί, ερωτικοί και κερδισμένοι!


Και φέτος να γελάσουμε όσο μας χρωστάει η ζωή, έτσι? Ολο χαρές, έτσι, για πρόβα, μέχρι να μπει ο Καινούριος Χρόνος. Κι όχι απολογισμούς, υπολογισμούς, ισολογισμούς και τεφτέρια - ας είμαστε γενναιόδωροι. Σε όλα, συναισθήματα, κόπο, χρήματα... Σήμερα είμαστε, αύριο θα είναι κάποιοι άλλοι. Ας μην σπαταλάμε τις μέρες μας πάνω μας, αλλά τον εαυτό μας στις μέρες μας. Ξοδευτείτε! Κάνει καλό.






ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!!!

If You Were To Come...

Κι αν ξαναρχόσουν με μολότωφ?

Είναι αστείο...

Στην κούρσα του 21ου, που είναι αναμφισβήτητα ένα speed-of-light 100-άρι μετ'εμποδίων, the times are the best sprinters ever.

Οι καιροί λοιπόν έχουν αφήσει πίσω τον χριστιανισμό, να τρώει τη σκόνη τους - όση βγάζει το high-tech ταρτάν δλδ.

Το πρόβλημα είναι όμως ότι η ανθρωπότητα κινείται στον χωροχρόνο με προσδόκιμο μαραθώνιου. Oπότε με wow! sprinters νέας κοπής σε show-off, και πίσω ξεπερασμένους δρομείς, κουραμπιέδες απ'τη σκόνη (με ματάκια απορίας!), δεν θα πάμε πολύ μακριά...

Η ζωή ως γνωστόν είναι έξω από το στάδιο. Το να το βομβίσεις και να κάνεις τον κόσμο να βγει παραέξω είναι μια καλή αρχή...

Ποιός αντέχει όμως πια μαραθώνιο, combo με σκυταλοδρομία (πάσα τα γονίδια), χωρίς αναβολικά του νου τουλάχιστον?!


(Voice of Judas:)

"Every time I look at you
I don't understand
Why you let the things you did
Get so out of hand

You'd have managed better
If you'd had it planned
Now why'd you choose such a backward time
And such a strange land?

If you'd come today
You could have reached the whole nation
Israel in 4 BC had no mass communication


Don't you get me wrong
Don't you get me wrong
Don't you get me wrong, now...

Only want to know
Only want to know
Only want to know, now...

Jesus Christ
Jesus Christ
Who are you?
What have you sacrificed?...

Jesus Christ
Superstar
Do you think you're what they say you are?...


Tell me what you think
About your friends at the top
Now who d'you think besides yourself
Was the pick of the crop?

Buddah was he where it's at?
Is he where you are?
Could Muhammmed move a mountain
Or was that just PR?

Did you mean to die like that?
Was that a mistake or
Did you know your messy death
Would be a record breaker?


Don't you get me wrong now
Don't you get me wrong...

Jesus Christ
Jesus Christ
Who are you?
What have you sacrificed?...

Jesus Christ
Superstar
Do you think you're what they say you are?...

"Jesus Christ Superstar", 1973, Μusic by Andrew Lloyd Webber, lyrics by Tim Rice. 2000 Rock-Opera Version



Kι αν εξαιρέσουμε τη γκλαμουριά της ροκ-όπερας, έτσι κι εμφανιζόταν σήμερα, λίγο σοβαρά να τον έπαιρναν, σφαχτάρι με συνοπτικές διαδικασίες, σε δημοκρατικό παγκόσμιο live broadcast, δεν το συζητώ. Και τι θα έκανε, η αγάπη δεν κατακρεουργεί... ούτε ν’αμυνθεί δε θα μπορούσε...

Τους καλούς τους έχεις κοντά σου έτσι ή αλλιώς, κανένα πρόβλημα. Ετσι όμως όπως τά’χουμε κάνει οι υπόλοιποι, δε μας αξίζει Δευτέρα Παρουσία Χριστούλη μου, ούτε καν Τρίτη (και δεκατρείς...).


Δεν ξέρω, μπορεί να έχεις άσσους στο μανίκι σου κι ένα foolproof (κυριολεκτικά, αλεξίμουρλο) business plan αυτή τη φορά. Αυτό που ξέρω πάντως είναι ότι είμαστε το ίδιο τρομαγμένοι για το "μετά", περισσότερο καχύποπτοι και λιγότερο αγαπησιάρηδες για τα "εδώ" και τα "τώρα"... Θα έχεις πολύ δυσκολότερο έργο - έχουμε και τόσες μεθόδους να σε σκοτώσουμε που τι να πρωτοκάνει κανείς...

Δεν ξέρω... Μακάρι την επόμενη φορά να πάνε όλα κατ'ευχήν. Αν και μέχρι να... μας βλέπω να ψοφάμε όλοι χωρίς να έχουμε πάρει μυρωδιά τίποτα. Τι σπατάλη κοσμικής ενέργειας και chance shuffling cards and dealing, ε?!


Μελομακουραμπιέδες overdose already? Η να κεράσω?

(είπε η μικρόνους - και το pc την μούτζωσε εορταστικά, μέσα σε βροχή από γκυ να ξεπηδούν απ'την οθόνη...)

Aphrodite said... in
doncat, post "Ο Βομβιστής των Ναών", 23.12.06

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2006

Oh-My-God!

God has left the building!

Kι έριξε και μαύρη πέτρα πίσω του? Αντε καλέ! Πανταχού παρών! Αρκεί η επιστημονική απόδειξη της μπανάνας και ξεμπερδεύουμε... ΛΟΛ!

(συγνώμη, πολύ πρωί για βαθειές φιλοσοφικές αναζητήσεις... το να σκέφτομαι το τι μπορεί να σκαρφιστούν οι διάφοροι να αντικαταστήσουν το Θεό ως μέσο χειραγώγησης, ας πούμε ότι με διασκεδάζει... με το που το καλοσκέφτομαι βέβαια, με έχει ήδη κατατρομάξει...)


Ο Θεός προφανώς μας είχε για του Κασίδη το κεφάλι... Σαν πρώτο project, του καήκαμε από δω, δεν ψηθήκαμε από κει, βγάλαμε και γλώσσα, μας πέταξε ένα θεϊκό (εις άπταιστον αγγελικήν εις τη νιοστήν):

"Βρε Δε Με Χέζετε Λέω'Γω?!"

και προχώρησε στο επόμενο project. Αν θέλουμε, ας ψηθούμε μόνοι μας! Τι σκατά την έχουμε την ελεύθερη βούληση λέει...

Κι ένας-ένας δοκιμάζουμε και μέχρι στιγμής τρώμε τα μούτρα μας ή μας έχει όλος ο υπόλοιπος πληθυσμός στο κλαύσιμο (λολ!). Ω, ναι, οκ, υπάρχουν και μεγαλεία: tetris με ανθρωπάκια, στο μπαλκόνι της Γης που δεν μπήκαν τα κάγγελα ακόμη. Δεν είναι μόνο ο Αδολφ... Ολοι τους παικταράδες για high score. «Ρε Ιωσήφ, σπρώχνε τους με στροφή, γιατί πέφτουν μονόπαντα κι αφήνουν κενά ρε σύ!».

Αλλά και πόσο καιρό θα δουλεύεις κόσμο, η αιωνιότητα κάπου εδώ μας τελειώνει. Σα την χρυσοπληρωμένη Αττική οδό - χτυπάει τοίχο στο τέλος της και πάει ή δεξιά, ή αριστερά. Πολυεπιστήμων, θρησκόληπτος, διαλιέχτε! Οπότε παραμένουμε στο να πιστεύουμε ό,τι θέλουμε, χωρίς πολλές-πολλές ανακοινώσεις. Και μάλλον αυτό είναι το "πιστεύω" μας, αυτό που έχουμε deep inside όταν δε μας βλέπει κανείς!

Και η απορία παραμένει – ρε Μπαγάσα, λάμπεις δια της απουσίας σου, ποιός διάολος (εμ, ... ννναι) image-maker σε ανέλαβε? Πόσα πήρε και μου δίνεις το κινητό του?

Ο-έ-ο?!


If God had a Name,
what would it be
and would you call it to His face
if you were faced with Him
in all His Glory,
what would you ask
if You had just one question...


and yeah, yeah
God is great
Yeah, yeah
God is good
Yeah, yeah
yeah yeah yeah

What if God was one of Us?
Just a slob like one of Us?
Just a stranger on a bus,
trying to make His way home...



If God had a face,
what would it look like and
would wou want to see
if seeing meant that
You would have to believe
in things like
Heaven and in Jesus and the Saints
and all the Prophets and...

Yeah, yeah
God is great
Yeah, yeah
God is good
Yeah, yeah
yeah yeah yeah

What if God was one of Us?
Just a slob like one of Us?
Just a stranger on a bus,
trying to make His way Home...
Tryin' to make his way Home

Back up to Heaven all alone...
Nobody callin' on the phone
'Cept for the Pope maybe in Rome...

What if God was one of us /Joan Osborne

Aphrodite said... in
doncat, post "Γέννηση ή Θάνατος;", 21.12.06

Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2006

On the verge of Xmas.

Ψτ! Και πού'σαι... Αυτά τα Χριστούγεννα έχω λαμβάνειν... Δε θα τη σκαπουλάρεις με κούκλες και τρενάκια, θέλω μεγάλα δώρα.

Υγεία, Δύναμη, Αγάπη.

Υπομονή, Αντοχή, Αγάπη.

Κατανόηση, Συγχώρεση, Αγάπη.

Κι αν δεν μπορείς να τα βρεις, να βάλεις τα ξωτικά σου να φτιάξουν μπόλικα απ'αυτά... Αλλιώς δεν θα σας μείνει και κανείς να του φέρνεις δώρα, θ'αποτρελλαθούμε όλοι μας!!!

Αντε, άντε να κάψεις καμμιά θερμίδα, πού'χεις ταράξει τους... μελομακαραμπιέδες!

Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2006

Δικό μας σχέδιο ή πατρόν?

Πού'ν οι ταξιθέτριες όταν τις χρειάζεσαι?...


Τρεις γυναίκες.

Σ’ένα παγκάκι.

Παραλία. Μπροστά η ίδια θάλασσα που ήταν και τότε που πήρε τη μεγάλη απόφαση.

Μόνο που τώρα ούτε αυτή βοηθάει. Μετράει ήσυχους, ξέπνοους παφλασμούς. Σσσσσσσσς, άμμος φαίνεται, πρρρλσς, αφρός την κρύβει...


Ξημέρωμα ζεστής μέρας. Δροσιά κρατημένη με τα δόντια, πίσω η πόλη κοιμάται ακόμη. Και μόνο που είσαι ξύπνιος τέτοιαν ώρα και νοιώθεις τον ύπνο να βαραίνει τους άλλους, είναι σα να κάνεις κάτι πολύ σπουδαίο. Σα να μην είναι κοιμισμένοι, αλλά αποκοιμισμένοι, όσο εσύ έχεις χωρίσει τη θάλασσα στα δύο, τον χρόνο επίσης και κάθεσαι και λες ωρρραία, τώρα τι να πρωτοκάνω, τι? Ακόμη κι αν απλώς κάθεσαι σ’ένα παγκάκι. Οι ξύπνιοι στο φόντο κάνουν δυσανάλογο -για την αγγαρία τους να είναι τα «γεμίσματα» της ιστορίας μας- θόρυβο.

Η γυναίκα στη μέση, κάθεται και κοιτάει το κενό που τη χωρίζει από τη θάλασσα κι όλα τα υπόλοιπα. Εχει την πιο δυσκολοδιάβαστη έκφραση που μπορούν να πάρουν αυτά τα χαρακτηριστικά: ούτε αμιγώς θυμωμένη, ούτε αμιγώς χαρούμενη, ούτε αμιγώς θλιμμένη / τρομαγμένη / ευτυχισμένη, αμιγώς τίποτε ή μάλλον, τελικά όλ’αυτά... Αυτό το «τα έχω δει όλα, τα έχω κάνει όλα» ύφος, πριν να κάνεις αυτό που δεν έχει καμμιά σημασία αν θα γίνει τελικά ή όχι. Αφότου έχουν προηγηθεί όλα τ’άλλα, ποιό το νόημα...

Δεξιά της η δεύτερη γυναίκα, μεγαλούτσικη, φορτωμένη συνήθως όλα αυτά που οι αντικερί αποκαλούν με θαυμασμό «κομμάτι», πολλά μαζί, ντρίγκι-ντρίγκι στο τσακ. Σήμερα όμως δεν, μόνο βαρύ άρωμα, πορφυρένιο και χρυσό. Γνώση των μελλούμενων τη φορτίζει, αλλά αντέχει. Μοιραλλίς, κάνει ρίμα με το «Αμαρυλλίς».


Αριστερά της η τρίτη γυναίκα, νεαρή, σκορποχώρι εντελώς, από εκείνες που στην καλύτερη τις απολαμβάνεις για την jazz αίσθηση που σου αφήνουν, και στη χειρότερη τις διαολοστέλνεις γιατί τόσο χυμαδιό να γελάει στα μούρα σου δεν αντέχεται. «Τυχωραία», κάνει ρίμα με το «Πανωραία».

Κρατάει κι ένα κοιμισμένο μωρό στην αγκαλιά της, ξεκάλτσωτο, ξεσκέπαστο, αλλά που φαίνεται χορτάτο απ’όλα - άσε που και στον ύπνο του, χαμογελαστό είναι. Την «Πιθανότητα», νικ «Βaby-τούλα / Τουλάκι».


«Ε, λοιπόν», γυρνάει η μεσαία, τις κοιτάζει μία-μία στα μάτια, «σας βαρέθηκα! Δε πα να μου λέτε ότι με αναλάβατε από τότε που γεννήθηκα, ότι ήμουν το αντιπροσωπευτικό κορίτσι για να δείτε ποιά θα με κερδίσει τελικά με το θάνατό μου, ότι είστε εντεταλμένες από το παγκόσμιο πλάνο, ότι όλοι οι συμπαντικοί νόμοι θα καταρρεύσουν έτσι και τολμήσουμε να παραπονεθούμε, είτε εγώ, είτε ο άλλος ο κακομοίρης, το αγόρι-αντιπρόσωπος, ΦΤΑΝΕΙ! ΣΑΣ ΒΑ-ΡΕ-ΘΗ-ΚΑ!».


Σηκώνεται, φούρκα παντού της, μερικά βηματάκια, σταυρώνει τα χέρια (οι δύο πίσω της κοιτάχτηκαν, χαμόγελο «Α, μάλιστα, είναι ή ώρα του παιδιού τώρα, υπομονή, πόσο θα πάρει...»).

«Και ξέρετε τι δεν καταλαβαίνω?» γυρνάει απότομα και τις καρφώνει με μάτια-ξυράφια, «Αν αυτοκτονούσα τελικά θα κερδίζατε το στοίχημα κι οι δύο. Εσύ Μοιραλλίδα («Ποιός, εγώ?») γιατί το είχες στα τεφτέρια σου, τα διπλοκλειδωμένα μη χέσω! Κι εσύ Τυχωραία («Αχ, ωραία, για μένα μιλάει τώρα!») γιατί ήξερες να μη μου στείλεις αυτόν που θα μ’έσωζε, θα τον κράταγες με τρικλοποδιές μη τυχόν – ΜΗ ΤΥΧΟΝ! Τι λέω Θεούλη μου! - και πλησιάσει και σου χαλάσει τη σούπα! Γιατί λοιπόν δε μ’αφήσατε?»


Οι άλλες ανακαθίζουν, χέρια στρώνουν μαλλιά, ισιώνουν πιπίλα, ξεζαρώνουν φορέματα, ο,τιδήποτε από το να την κοιτάξουν. «Εεεε, ναι, τι καλά που τα είπαμε, να πηγαίνουμε τώρα!» τραγούδησε η Τυχωραία κι έκανε να σηκωθεί. «Μην τολμήσεις! Μου χρωστάς μιαν απάντηση! Εσύ πρώτη, γιατί?»

«Ουφ, πολύ κουραστική έγινες, αφού θες να μάθεις, ορίστε: αν έκοβες τις φλέβες σου, επειδή δεν ερχόταν ο πρίγκηψ να σε σώσει, δε θα μάθαινες να τα καταφέρνεις μόνη σου! Ούτε θα έμενες με την αιώνια χαρούμενη νότα μετά την κάθε σφαλιάρα που σου πέταγε το Αφεντικό. Τι έμαθες? Οτι δε μπορεί, μετά τα κλάμματα έρχονται και γέλια. Δέκα με τόνο! Κατάλαβες? Αίντε, φεύγω, πάω πριν ξυπνήσει το Τουλάκι.»

Ξανακάθεται η μεσαία στο παγκάκι, δίπλα στην άλλη. Δεν καταλάβαινε Χριστό. «Για πες κι εσύ, μπας και βγάλω άκρη...». Η άλλη δεν μίλαγε.

«Εεεμ, δεν είναι εύκολο ξέρεις..» είπε τελικά.

«Δε με νοιάζει, θέλω να τ’ακούσω!». Στήθηκε ν'ακούσει. Τίποτα περιττό απ'έξω της, τίποτα λιτό από μέσα της...


«Εντάξει, εντάξει... Δε μου λες, δε σου έχουνε πει τόσα χρόνια πως ότι έχω εγώ γραφτό, αυτό και θα συμβεί? Πώς ό,τι του μέλλει του καθενός, αυτό και γίνεται, ο κόσμος νά’ρθει τούμπα? Παροιμίες, γνωμικά, προλήψεις δεν στά'πανε τόσα χρόνια? Δεν έβαζες κουφέτα κάτω από το μαξιλάρι σου, να δεις αυτόν που θα πάρεις? Μα τίποτα δεν άκουγες πια?»

«Ναι, άκουγα. Αλλά δε μπορούσα φυσικά να τα πάρω στα σοβαρά, αηδίες τώρα...»

«Αηδίες κάτι που έχει επιβιώσει ριζωμένο στα τρίσβαθα της ψυχής του καθενός σας? Μη γίνεσαι κυνική, αν ήσουν πραγματικά έτσι ούτε που θα το σκεφτόσουν με το ξυράφι..»

"Μα τι μου λες, αφού έτσι ή αλλιώς θα με σώζατε μόνο και μόνο για να μου τα φτιάξετε κάποια στιγμή μ’αυτόν τον πως-τον-λένε και να δείτε αν θα κάναμε και παιδάκια!"


"Και πενήντα φορές ν’αυτοκτονούσα, πάλι θα με πισωγυρίζατε! Ετσι, για να παραταθεί το στοίχημα και να σπάτε περισσότερη πλάκα μαζί μου. Γιατί όμως? Αν μ’αφήνατε, και θα κερδίζατε κι οι δύο, και θα αναλαμβάνατε το επόμενο κορίτσι κι άρα νέο στοίχημα, νέα πρόκληση, και θα έμενα εγώ στην ησυχία μου, κι ας ήταν αιώνια..."

«Χμ, εεε... ξέρεις, δε μπορείς να πεθάνεις...»

«Τι?»

"Μμμναι, δε γίνεται, μεγαλώνεις μέχρι ενός σημείου και μετά μένεις σταθερή, ακίνητη, απλώς περνάς από εμπειρία σε εμπειρία, κι όταν γεράσει το μυαλό σου –άντε, και το σώμα ίσως, κάνουμε κάτι μαγικά, στέλνουμε κάτι διαισθήσεις, κάτι περίεργα, βοηθούν κι οι άλλες που δεν τις ξέρεις ακόμη... Ε, και στο τέλος επανέρχεσαι σα να μην τρέχει τίποτα!"

"Με περνάς για ηλίθια? Τι'ν'αυτά που λες τώρα, τι αοριστολογίες-"

"Μέσα σε μία στιγμούλα σβήνονται τα ίχνη, σου μένει η αδιόρατη αίσθηση σα να το είδες σε όνειρο, σα να έγινε κάτι αλλά να μην μπορείς να το ανακαλέσεις σαν εμπειρία ή κάτι πραγματικό τέλος πάντων... Σαν καπνός, ξέρεις, τη μια στιγμή το καταλαβαίνεις με όλο σου το είναι, και την αμέσως επόμενη «βρε μπας και το διάβασα σε περιοδικό?». Κι όταν μας ξεφεύγει κανείς και πλησιάζει πολύ, ε, τότε αναλαμβάνει το Αφεντικό... Εχεις ακούσει για το τι βλέπουν στα χειρουργεία την ώρα που έρχεται ο κλινικός θάνατος και μετά ξαναζωντανεύουν, ε? Δικός μας κι αυτός, καλό παιδί, άχαρη δουλειά βέβαια, όλο θέλει ν'αλλάξει πόστο... Ξεκίνα- σταμάτα, του έχουν σπάσει τα νεύρα!"


"Καλά, με δουλεύεις τώρα?!"

"Οχι. Ειναι αυτά που σου έλεγα, μέχρι εκείνη τη στιγμή βλέπουν όλο και περισσότερα. Κι αν δείξουν ότι μπορούν να το χειριστούν και να πάνε πίσω σα να μη συμβαίνει τίποτε, και ν’αντέξουν όλο το σόι και τους γιατρούς να τους λένε ότι τα χάνουν, να τους κοροϊδεύουν, όλα καλά. Τους τη χαρίζουμε. Αλλιώς... Ε, χμ, εμμ... Κατάλαβες τίποτα?»

....

Μεγάλη παύση. Γύρω-γύρω μέρα με τα τσαρούχια, εκτυφλωτικά τσαρούχια. Κι εκείνη μαρμαρωμένος βασιλιάς...

«Εντάξει.. Δηλαδή... Καθόλου εντάξει!... Ετσι εξηγούνται πολλά, αλλά μένουν κι άλλα τόσα στον αέρα... Δεν ξέρω, πρέπει να σκεφτώ...»


Πιάνει το κεφάλι της, σα να του ξεκινάει μασάζ στα μηνίγκια. Το μάταιον. Τα χέρια της πέφτουν – είναι από τις ώρες που νομίζεις ότι το κεφάλι σου έχει φουσκώσει σαν μπαλλόνι για να δεχτεί όλα αυτά που έχεις ακούσει, αλλά το βλέπεις ότι λεπταίνει το λάστιχο και όπου νά’ναι θα σκάσει. Κι αυτό είναι που δεν ξανακολλάει, όχι το γυαλί... Εκεί μια χαρά ξαναγίνεται, απλώς φαίνεται το ράγισμα...

Σηκώνονται. Δεν θα πουν τίποτε άλλο για την ώρα.


Εχει σημασία να τις ακολουθήσουμε?

Τι παραπάνω να μας πούνε... Αφού όλοι αισθανόμαστε κάποια συνέχεια, ότι υπάρχει ένα νήμα που μόνο ψυθιρίζεται, τόσο λεπτό σαν ένα μικρούλι τίποτε. Ακόμη και στην ανάσα που το λέει, σαν τον πιο ντελικάτο ιστό αράχνης σε δάσος με φτέρες. Και μ’αυτό το νήμα πορευόμαστε, να πλέξουμε τη ζωή μας και να κάνουμε και φραμπαλάδες, έτσι, να γίνει πλούσιο στο μάτι το πουλόβερ... Ο,τι στολίδι ή πονταρισιά ή ξήλωμα θέλει ο καθένας...

Από την άλλη όμως... Σα να μας βάζει ο πελαργός κι ένα πατρόν στο ζιπουνάκι την ώρα του delivery, για το τι θα πλέξουμε. Και μας φανερώνεται σαν τράβηγμα κουρτίνας κάποιες στιγμές το πατρόν. Οταν η ζωή δίνει παράσταση για μας, δράμα, κωμωδία, μονόπρακτα, μπουλβάρ, κι εμείς απλώς παρακολουθούμε απ΄το κάθισμα του θεάτρου. Είν’όλα γραμμένα στο σενάριο, μα εμείς δεν έχουμε το πρόγραμμα. Κι ούτε μία ταξιθέτρια...


Η μήπως όχι? Το έργο ανεβαίνει κατόπιν δικής μας παραγγελίας... Λες?

Αν υποψιαστώ ότι υπάρχει ένα manual για το είδος μας, που το λένε «Πρακτική», θα πεθάνω!!!


("Το πετρωμένον φαγείν αδύνατον..." Ανώνυμος)

Aphrodite said... in doncat, post "Eνα παραμύθι...", 31.05.06