Τρίτη, 23 Μαρτίου 2010

Κι Εδέθη Κόμβος εις τον Λαιμόν Ψηλά...


Τρίτη πρωί, στο τέλος πια της σχολικής γιορτής για την 25η Μαρτίου, όλα τα παιδάκια αναμαλλιασμένα από το θεατρικό, ευχαριστημένα που τα κατάφεραν χωρίς πολλές-πολλές απώλειες, απόλαυση το χειροκρότημα των γονιών, καμάρι εμείς τα ατσούμπαλα βλαστάρια μας, χαμόγελα, φάπες, στολές, σημαίες ένα γύρω...

Κι είπε ο διευθυντής να σηκωθούμε κι εμείς όρθιοι στα καθίσματά μας, και με συνοδεία της παιδικής χορωδίας και την αρχι-μουσικό στο πιάνο, να πούμε μαζί με τα παιδάκια-κουταβάκια μας τον εθνικό ύμνο.

Αφήνω κάμερα, τσάντα και γυαλί στο κάθισμα, τακτοποιώ πουκάμισο, λέω "αχ ωραία, να ζήσουν τα ζουζούνια μας, χάρμα, χάρμα", και σαν κλασική μαμά-κουκουβάγια κοιτάζω τα... κουκουβαγάκια μου στα μάτια, στάση προσοχής, και ξεκινάμε να τραγουδάμε.

Ε, δεν πρόφτασα να ψελλίσω παρακάτω από το "... του σπαθιούου την τρο-με-ΡΗ!" και βούρκωσα! Με το ζόρι κρατήθηκα να μην βάλω τα κλάμματα, και στο τσακ κατάφερα να μασήσω το χείλος μου για να πονέσω και να συγκρατηθώ.

Δεν ξέρω, αλλά ο εθνικός ύμνος και η σκέψη όλων όσων σημαίνει η έννοια "πατρίδα", το πώς έχουν βρεθεί τόσοι άνθρωπο απόκληροι από τις πατρίδες τους, πώς άλλοι έχουν βρεθεί όμηροι μες τον ίδιο τους τον τόπο, πώς φτάνουμε εμείς να ντρεπόμαστε γι'αυτήν, πώς τελικά βιώνουμε ένα νέο Σύστημα Αξιών κι Ιδανικών, που είναι ο μαύρος κι άραχλος αντίστροφος καθρέφτης κάθε Τίμιου, Δίκαιου, Ηθικού κι Ωραίου στον πλανήτη, ο τρόμος για το πώς διάτανο θα μεγαλώσουμε τα παιδιά μας μέσα σ'όλη αυτή τη σαπίλα -

μαζί με την εικόνα από τα όμορφα μουτράκια που μας κοιτάνε τόσο άδολα, με τέτοια εμπιστοσύνη, στα μικρά ματάκια τους είμαστε -ακόμη- θεοί βλέπετε -

μαζί με εικόνες από όταν ήμουν εγώ στα θεατρικά στο σχολείο κι οι γονείς μου χαμογελούσαν χειροκροτώντας, η ζωή μπροστά με περίμενε γεμάτη όνειρα-

μαζί με τον ήχο από το κινητό που κάποιος νεοπλουτίδης ΠΑΛΙ ξέχασε να κλείσει, κι αν έχετε το θεό σας, το ΣΗΚΩΣΕ για να πει: "δε μπορώ τώρα, πάρε με μετά",

κομπόστα με την περηφάνεια μου για τα μικρά μου σκατουλάκια με τις στολές τους και τα μαλλάκια τους και τα φαφούτικα χαμόγελά τους,

ε, ήταν πολύ για μένα.

Δεν μπόρεσα παρά να κάνω λίγο lip-sync τον εθνικό ύμνο προς το τέλος.

Πού να βγάλω φωνή να τραγουδήσω, θα τα έμπηζα κανονικά.

Ουφφφ... Την ώρα που φεύγαμε, ξεφεύγει απ'τη γραμμή η μικρή και μου δίνει ένα σημειωματάκι. Το είχε σκαρώσει να μου το δώσει πριν πάνε ξανά για μάθημα. Το ανοίγω με αυτό το γουργουριστό γέλιο της μαμάς-κλώσσας, με την ψυχή μου να φτερουγίζει από αγαλλίαση... κύματα αγάπης να φωτίζουν όλον τον κόσμο, ευγνωμοσύνη στη ζωή και το Σύμπαν να ξεχειλίζει από παντού, και διαβάζω:

"Στην Καλοίτερη μαμά του κόζμου.
Συγνόμι που σου έβγαλα γλόσα το πρωί.
Με πολύ αγάπη!"

Εμφραγμα: η καρδιά μου βυθίστηκε αμέσως σε κολυμπήθρα αγάπης, αλλά ταυτόχρονα -και με μεγάλη ταχύτητα- μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι από τις ανορθογραφίες!

Δεν είμαι εγώ για τέτοια σας λέω....