Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2006

Flying Milca

- "Πετάει η 'γελάδα?"

- "Πετάει και μπριζωμένη!"

Κατά το "Πετάει ο γάιδαρος?", "Πετάει και φορτωμένος!", ε, κάπως έτσι...


Σε 6.5 μέρες ηλεκτρονικό σφύριγμα: "Τέλος Χρόνου"! Η μακριά αναμονή τα φτύνει με μαζικό εγκεφαλικό και ξεραίνεται στα πόδια μας. Σιγά μην περιμένουμε το Νέο Ετος για την απογραφή μας! Ενας όλος κι όλος εαυτός να απογράψουμε (μμμ, χαρά'στον!), φακελώνεται αμέσως! Ηδη με το που έρχονται Χριστούγεννα, η τάση τακτοποίησης εσωτερικών λογαριασμών μας έχει χτυπήσει κόκκινα.

Δεν αντέχει μέχρι το '07 για να κόψει νήμα. Τότε απλώς θα δώσουμε μερικές υποσχέσεις (που ζήτημα να τις κρατήσουμε βδομάδα), να παραταθεί η έννοια των εορτών, να ντερλικώσουμε και τον άμπακο με την ευκαιρία... "Ασε κάτω το κουραμπιεδάκι", "Φέρε κάνα κοψίδι", "Πούν'τα κάστανα στη γέμιση?", "Γκαρσόν, λεκιάστηκα", "ΡΕΕΕΨ! μπαρδόν", τα γνωστά...

Οπότε ό,τι νεύρα, γκρίνιες και σπασίματα γίνουν αυτές τις μέρες, μην τα παίρνετε καλίμπρα. Το από μέσα μας το μεταξεταστέο, δουλεύει πολύ σκληρά να μην τρελλαθούμε τελείως... Κάντε την πάπια (κουαξ!), μέρες είναι, θα περάσουν. Θα έχουμε 12 άρτι αποψυχθέντες μήνες να το σκίσουμε στη γκρίνια...

Μουουουου!
;)

... You Tread Upon my Dreams.

Πατάς απάνω στα όνειρά μου...

Τελικά τα μόνα πραγματικά, κατά-δικά μας πλούτη είναι τα όνειρά μας. Και δεν χωριζόμαστε σε φτωχούς και πλούσιους στα λεφτά, μα γεμάτους ή άδειους στην καρδιά. Ποιός θεός και θνητός μπορεί να μη λυγίσει, όταν έρχεται η αγάπη του φορτωμένη όλα τα "θα ήθελα μαζί σου να..." όνειρά του, να τ'απλώσει γενναιόδωρα στα πόδια του; Σε βλέπω βασίλισσα, με χρίζεις ιππότη...


He wishes for the Cloths of Heaven

Had I the heavens' embroidered cloths,

Enwrought with golden and silver light,

The blue and the dim and the dark cloths

Of night and light and the half-light,

I would spread the cloths under your feet:

But I, being poor, have only my dreams;

I have spread my dreams under your feet;

Tread softly because you tread upon my dreams.

W.B. Yeats



Κι όπως γράφει ο dion.m.,

Τα ουράνια τα μεταξωτά τα χιλιοπλουμισμένα,

πού’ ναι με μάλαμα από φώς κι ασήμι δουλεμένα,

τα γαλάζια τα διάφανα και τα βαθιά βαμμένα

με φως, νύχτα και μούχρωμα, δικά μου αν τά ’χα ωστόσο,

θά ’θελα κάτω από τα δυό σου πόδια να τ’ απλώσω.

Μα είμαι φτωχός και δεν κατέχω τι άλλο απ’ τα όνειρά μου,

Για να διαβαίνεις τ’ άπλωσα στα πόδια σου, Κυρά μου.

Πάτα αλαφρά, γιατί πατάς απάνω στα όνειρά μου...


και συμπληρώνει:
"Το ποίημα είναι του Yeats. Τα αισθήματα ευγνωμοσύνης για αυτούς, που μου ευχήθηκαν (ΝΔ, Γεωργία, Αφροδίτη), ολόδικά μου."

dion.m. said... in doncat, post "7 Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες (2)", 17.12.06

Χρόνια σου πολλά dion! Υπέροχο!!!

Και χρόνια πολλά σε όλες τις εορτάζουσες και τους εορτάζοντες των ημερών!

Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2006

Τέσσερεις Ιστορίες, Ενας Αιώνας...

O χρυσός, το βιβλίο, η σοκολάτα και το φιλί.


Ιστορία πρώτη: ο χρυσός.


Ηταν το κορίτσι που έπαιρνε από γράμματα, με ταλέντο στα καλλιτεχνικά, και γονείς που καταλάβαιναν ότι το Αϊβαλί τους ήταν πολύ μικρό για εκείνην. Συμφώνησαν να πάει η μάνα με τα υπόλοιπα παιδιά και τις θείες στη Σμύρνη, στο πλούσιο σόϊ, και ο πατέρας να πάρει την Αλεξάνδρα να πάνε στη Γκρενόμπλ που είχε φίλους και του είχαν βρει καλοπληρωμένη δουλειά. Να ανοίξουν τα μάτια της. Και μετά Παρίσι, να σπουδάσει. Δεν γύρισαν ποτέ στη Σμύρνη. Ολοι εκτός από μια θεία που μπόρεσε να φέρει εδώ τον μικρότερο αδερφό της, χάθηκαν εκεί.


Ο σεβαστός, αθλητικός γιατρός, με ειδικότητα οδοντιατρική. Είχε αφήσει τη Δράμα και πήγε για σπουδές στο Παρίσι. Κατέληξε στη Γκρενόμπλ που είχε περισσότερη ανάγκη ο κόσμος. Ηταν χορτάτος, ήταν λειτούργημα από την αρχή. Εβαζε χρυσό αντί για κράματα και φτηνά υλικά. Κι όσων δεν είχαν να τον πληρώσουν, τους τα έκανε χάρισμα. Ονειρό του, να γυρίσει φτασμένος στην Ελλάδα και να προσφέρει δωρεάν εκεί, βγάζοντας λεφτά από τ’αμπέλια. Και μια οικογένεια, ντιπ για ντιπ ελληνική.


Κάποια στιγμή, πόνεσε ένα δόντι της Αλεξάνδρας (δεσποινίς ολόκληρη πλέον) και πού αλλού θα πήγαινε, στον Ελληνα γιατρό. Εκείνη καταντράπηκε με το που τον είδε, της φάνηκε τόσο σοβαρός... Και όταν είδε πως δεν τσιγγουνευόταν τον αληθινό χρυσό σε εκείνους τους δύσκολους καιρούς για τα φτωχαδάκια, τον θαύμασε. Εκείνος τρελλάθηκε με την εξυπνάδα της και δεν ήξερε πώς να την κρατήσει όσο πιο πολλές ώρες γινόταν κοντά του, χωρίς να δώσουν αφορμές. Της προσέφερε δουλειά γραμματέως του, με πλήρη πρόσβαση στη μεγάλη βιβλιοθήκη του. Εκείνη κρυβόταν πίσω από τη γαλλική φινέτσα και τον πληθυντικό της γλώσσας.


Για ένα χρόνο την περνούσε για Γαλλίδα. Στο τέλος, έπρεπε η Αλεξάνδρα να γυρίσει πια Ελλάδα. Τη στιγμή του αποχαιρετισμού, της έδωσε ένα μικρό γλυπτό από χρυσό, που το έφτιαχνε κρυφά. Βούρκωσε και της είπε «Θα μου λείψετε, σας αγαπώ, μα δεν μπορώ να πάρω Γαλλίδα, θέλω να παντρευτώ Ελληνίδα...» Και η Αλεξάνδρα απήντησε εις άπταιστον ελληνικήν: «Και γιατί δεν το κάνετε?»


Ιστορία δεύτερη: το βιβλίο

Εκείνη δασκάλα. Είχε έρθει κοριτσάκι με την καταστροφή, αφήνοντας πίσω ολόκληρη την οικογένειά της, εκτός από μία αδερφή. Περιουσία, κόποι, όνειρα, καπνός! Και όσο μεγάλωνε, το μόνο που ήθελε ήταν να δώσει ό,τι ομορφότερο είχε σε παιδάκια, να ξορκίσει τον ξερριζωμό. Και να πάρει κάποιον να στεριώσουν, να κάνουν οικογένεια και να ξεχάσει τον τρόμο.


Εκείνος επιχειρηματίας, μεγαλύτερος. Παρόμοια ιστορία. Αφησε πίσω... και τι δεν άφησε! Πίκρα. Μεγάλη. Εφυγε έφηβος, καταλάβαινε τα πάντα. Το όνειρό του ήταν να πάνε μια μέρα πάλι στην πατρίδα. Κι ό,τι κινήσεις έκανε, αποσκοπούσαν στο να μαζέψει αρκετά και να φύγει. Ανακατεύτηκε πολύ και με τα κοινά, νόμιζε πως έτσι θα γινόταν όλα ευκολότερα. Ιδανικά. Και ό,τι οικογένεια να έκανε, η γη τους θα ήταν πάλι εκεί. «Μια μέρα...» έλεγε μέχρι τα γεράματα κι έκλαιγε.

Ενα πρωϊνό τον πήραν φίλοι σε «αριστοκρατικό» κεντρικό ζαχαροπλαστείο. Το ένα έφερε το άλλο, και τελικά κατέληξαν σε κάποιο σπίτι, όπου θα μπορούσαν να εμφανιστούν και φίλες τους (με συνοδεία αδέρφών/ξαδέρφων). Ηρθαν όλες, εκτός από μία, που του είχαν πει από πριν ότι ήταν Η καλλονή. Ούτε πρόσεξε ποιός ήρθε, ποιός βγήκε, τίποτε. Μέχρι την ώρα που φορούσε το παλτό του και μπήκε Εκείνη. Η ξανθειά, γαλακτερή, ντροπαλή Ελεωνόρα, που μοσχοβολούσε σαπούνι και βανίλια. Ερωτεύτηκε. Σε δευτερόλεπτα. Δεν μπορούσε να φύγει, δεν μπορούσε να μείνει. Σκαρφίστηκε ότι ξέχασε να πει κάτι σε φίλο, και πέρασε αρκετήν ώρα χαζεύοντάς την.

Πώς να την ξανάβλεπε όμως? Σκέφτηκε να της κάνει δώρο μαζί με πρόταση, να είναι ξεκάθαρο το σοβαρό των προθέσεών του. Πήγε για κόσμημα. Και τελευταία στιγμή παρήγγειλε κι ένα βιβλίο από την Αυστρία, ένα αλφαβητάριο με ωραίες ζωγραφιές. Να ξεχωρίσει από τους μνηστήρες. Αυτό έκανε δυό μήνες να φτάσει. Ζούσε συνεχώς με την αγωνία μη τυχόν και τον προλάβει άλλος.


Τελικά ντύθηκε, στολίστηκε, έβαλε το βιβλίο μαζί με το κόσμημα σε ένα ωραίο πακετάκι... μπήκε στην κούρσα και μόλις έφτασε κάτω από το σπίτι της... έστειλε τον σωφέρ να το παραδώσει. Οπου φύγει-φύγει!

Την «επαύριο» του μήνυσε η Ελεωνόρα το «Ναι». Σε χαρτί από λουκούμια, έγραψε «Αργήσατε και νόμιζα πως δεν είχα ελπίδες πια. Το κόσμημα υπέροχο, αλλά το αλφαβητάρι πολύτιμο. Πώς το ξέρατε...». (Αμ δεν τό’ξερε!).


Ιστορία τρίτη: η σοκολάτα

Ηταν ο άντρας που περνούσε και τα σάρωνε όλα, καπάτσος, πανέξυπνος, δουλευταράς, ωραίος. Ο πρωτότοκος γυιός της Ελεωνόρας. Περνούσε από όλη την επαρχία για τη δουλειά του κι έτρεχαν να του προξενέψουν. Αρραβωνιάστηκε μια νταρντάνα, κόρη πλουσίου της Σάμου, νύφη με τα όλα της. Εκείνη κανόνιζε τα του γάμου, θα κατέβαινε κι Αθήνα για τα περαιτέρω. Εκείνος θα έκανε το τελευταίο του ταξίδι πριν καθήσει να γίνουν όλα όπως έπρεπε στην Αθήνα. Ηθελε μια γυναίκα να του τη δίνει, να την ερωτευτεί μέχρι θανάτου, αλλά δεν του κλήρωσε. Δεν πειράζει, έτσι είναι η ζωή, η Σαμιώτισσα ήταν μια κάποια λύσις...


Η Μαργαρίτα, κόρη της Αλεξάνδρας (που έμεινε χήρα στα 32 της, τον σκότωσαν μες το κτήμα με τ’αμπέλια τον γιατρό, λίγο που είχαν γυρίσει, και την άφησε με δύο μικρά παιδιά, κι ευτυχώς ασήμια και χρυσαφικά που πουλήθηκαν όλα για να τα μεγαλώσει μες την Κατοχή), ήταν η πολύφερνη νύφη. Καταγωγής, καλλιέργεια, καλλιτεχνική φλέβα. Οποτε χόρευε στις χοροεσπερίδες της Λέσχης, την άλλη μέρα οι προτάσεις έπεφταν στη μάνα της βροχή. Εκείνη όμως αντάρτισσα, ήθελε να γίνει γιατρός σαν τον πατέρα της. Και ζωγράφος τον ελεύθερό της χρόνο. Να έχει έναν άντρα που να τον λατρεύει και να την πάρει μακρυά από αυτή την «βλαχιά», όπως έλεγε...




Τελευταία μέρα της δουλειάς του αρραβωνιασμένου μας, Δράμα, κεντρική πλατεία, η Μαργαρίτα καθόταν με τον αδερφό της και την παρέα του από την Λέσχη για πάστα. Σε λίγο θα ερχόταν και ο "Αθηναίος" μορφονιός, κι εκείνη ξύνιζε τα μούτρα της. Την είχε τη σνομπαρία στο αίμα της. Εκείνος ήρθε από το πίσω μέρος του ζαχαροπλαστείου και εμφανίστηκε φάντης-μπαστούνι μπροστά τους.

Η Μαργαρίτα τρόμαξε, θύμωσε, τον σνομπάριζε κανονικά όλο το απόγευμα. Εκείνος έφυγε για λίγο, πήγε παρακάτω και αγόρασε μια μεγάλη σοκολάτα. Πριν να φύγουν, την πιάνει από το χέρι (με την άδεια του αδερφού...), της δίνει τη σοκολάτα και της λέει: «Σήμερα φεύγω. Πάρε τη σοκολάτα και κόβε ένα πλακάκι κάθε μέρα. Μέχρι να την φας όλη, θα είμαι πάλι πίσω».


Η Μαργαρίτα εξαγριώθηκε. Κάθε βράδυ όμως έκοβε κρυφά ένα-ένα πλακάκι. Και όντως, ήρθε. Το ίδιο απόγευμα, πήγε σπίτι της και είπε στη μάνα της «Σας ζητώ το χέρι της κόρης σας» (Η Μαργαρίτα με τρελλή έξαψη, αλλά δεν ήταν σίγουρη ότι θα την ήθελε για εκείνην κι όχι για το ότι ήταν «κόρη γιατρού»). «Ευχαρίστως, αλλά δεν έχουμε προίκα ξέρετε-» άρχισε να λέει η Αλεξάνδρα. «Δε με ενδιαφέρει. Εχω εγώ!». Κι από τότε η Μαργαρίτα ήταν σίγουρη πως είχε κινήσει γη και ουρανό για εκείνην και μόνο για εκείνην.


Ιστορία τέταρτη: το φιλί.

Η μικρή Αλεξάνδρα-Ελεωνόρα μεγάλωνε με πίεση να τα καταφέρνει παντού. Και αριστεία, τίποτε λιγότερο. Οπότε οι έρωτες στα μετόπισθεν. Κάποια στιγμή, έκρηξη κι είπε: «ή με όποιον θέλω, κι επιδόσεις, ή μόνη μου και να πλένω σκάλες!» (αποπληξία η Μαργαρίτα!). Οπότε έπεσε με τα μούτρα στον πρώτο φέρελπι νέο. Το μόνο που ευχόταν, ήταν έναν καλό πατέρα για τα παιδιά της. Για την πάρτη της ήταν ΟΚ. Για τα παιδιά της όμως τον ήθελε καλό. Νορμάλ. Ημερο. Κάλλιστο. Ο φερελπις, μπα... Κι ενδιάμεσα σε όλο το μάλε-βράσε των σχέσεων στο τέλος του 20ου, η ζωή της συνεχιζόταν και η ευχή της θαβόταν.


Ο Αρης πάλι παιδί σεμνό και μετρημένο, δεν τον έπιανε το μάτι σου. Με έναν πανομοιότυπο μεγαλύτερο αδερφό, τους μπέρδευαν. Τρελλές ακαδημαϊκές επιδόσεις, η μια υποτροφία πάνω στην άλλη. Ηθελε μια ησυχούλα κοπέλλα για να αφοσιωθεί στα διαβάσματα & την καριέρα του. Κάποια στιγμή, χορός του Πανεπιστημίου του αδερφού του. Πήγε με την τότε κοπέλλα του. Ηρθε και η Α-Ε (δεν την ήξερε) με το τότε αγόρι της, έκατσε με τους συμφοιτητές της κι έπιασε την κουβέντα με την κοπέλλα του Αρη. Ο Αρης απλώς έφερνε ποτά (κάποια στιγμή μόνον που τις πλησίαζε από μακρυά, σκέφτηκε «να ρε γαμώτο ένας ωραίος, clean-cut γαμπρός, να τον πάει μια κοπέλλα στη μάνα της, να χαρεί!»). Και μετά τίποτε.

Τρία χρόνια μετά, μπαίνοντας πρώτη μέρα στο μεταπτυχιακό, φατσώνεται με τον Αρη. Προς στιγμήν τον μπέρδεψε με τον μεγάλο του αδερφό, σα να έφυγε το «γλυκούτσικο» που είχε κι έγινε πιο άντρας... Χαιρετήθηκαν, μια χρονιά σκέτοι συμφοιτητές, σε group-projects τον καπέλωνε, τον πατρονάριζε, ανεμοστρόβιλος σκέτος, του έκανε και.. προξενειό φίλη της, αυτά. Εκείνος ακόμη με την κοπέλλα του, εκείνη με τον επόμενο.

Κάποια στιγμή η Α-Ε πήγε σινεμά το ανήψι της. Εκείνη την ημέρα την είχε σκαπουλάρει από ένα άτυπο re-union των συμφοιτητών, με διάφορες δικαιολογίες, αλλά την «έπιασαν» στις καφετέριες δίπλα στο σινεμά, μια παρέα κοντά είκοσι από αυτούς (Ντ-άαχχ!).

Στάθηκαν λίγο όρθιοι, τα ψιλο-είπαν και τελικά χαιρετούρες, «μη χαθούμε, πάρε τηλέφωνο», φιλιά στον αέρα κτλ. Το ίδιο και με τον Αρη. Ενα μήνα μετά, την παίρνει από Λονδίνο out-of-the-blue, νέος κύκλος σπουδών, ε, so what, πότε-πότε τηλέφωνα. Εναν χρόνο μετά, φατσώνονται σε ένα μπαρ, λίγες μέρες αφ’ότου τα είχε χαλάσει εκείνη (εκείνος ακόμη....) και άρχισαν να τα λένε. Το ποτό? Η μουσική? Ο φωτισμός? Το ότι την άκουγε? Φιλικός ώμος και άρχισε να του κλαίγεται.


Κάποια στιγμή ο Αρης έπιασε τα ποτά τους (στεκόντουσαν όρθιοι, πήχτρα το μπαρ), τα έδωσε να τα κρατάει ένας άσχετος από δίπλα, και την ώρα που τον ρώτησε η Α-Ε γελώντας «τι έγινε, βρήκαμε βαστάζο τώρα?» την φίλησε πιάνοντας της με το ένα χέρι το κεφάλι απαλά. Μόλις τελείωσε, της χάιδεψε τα χείλη με το άλλο, πήρε τα ποτά και είπε «συγνώμη, σε διέκοψα, τι μου έλεγες λοιπόν για τον γκόμενό σου?»...

(Τι να του πει? "Ποιός γκόμενος?", "Ποιός ήρθε?"!)



Επιμύθιον:

Θα έλεγε κανείς πως στις ιστορίες μας οι πρώτες γνωριμίες ήταν από την αρχή το δέκα το καλό. Λάθος. Πως ο χρυσός θαμπώνει πιο πολύ μια γυναίκα ως σύμβολο από ένα φιλί. Κι αυτό λάθος. Πως ό, τι ευχηθείς, τελικά θα το πάθεις. Αυτό κι αν είναι λάθος!

Το μόνο που φαίνεται ως κοινό είναι το ότι καθώς μεγαλώνουμε/ ωριμάζουμε/ μελανιάζουμε, μάλλον κάνουμε έναν συγκεκριμένο χώρο πάνω μας για να μπορεί να έρθει κάποιος και να κλικάρει με τις συνάψεις του πάνω στις δικές μας. Σίγουρα πολλοί άλλοι θα μπορούν να αγκιστρωθούν – κι εμείς το ίδιο επάνω τους.


Αλλά εκείνο το συνταίριασμα που έχει τα πολλά τα γραπώματα είναι αυτό που φαίνεται ότι μας τραβάει περισσότερο. Κι ας αντιτίθεται σε ό,τι περιμένουμε ή φανταζόμαστε για τον εαυτό μας. Κι ίσως η πρώτη γνωριμία να μην είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε κάποιον, ίσως ούτε καν η πρώτη φορά που κάνουμε έρωτα μαζί του...

Ισως να είναι η πρώτη φορά που σκίζεται η ταπετσαρία του εαυτού μας και βγαίνει λίγο φως από μέσα, φωτίζει τον άλλον και τον βλέπουμε με τα μάτια της ψυχής. Δε διαρκεί πολύ. Δε μπορεί να διαρκέσει πολύ. Κι αυτό μπορεί να γίνει και με την 100-ή φορά που θα τον δούμε, δεν έχει σημασία...

Σημασία έχει... αλλά για μισό λεπτό, εγώ θα σας τα λέω όλα?

Ας το κλείσω απλά με την ευχή να γίνει το "κλικ" το καλό σε όλους μας φέτος. Αν δεν είμαστε με κάποιον, να έρθει με όλες τις συνδέσεις του έτοιμες. Κι αν είμαστε ήδη σε σχέση, να βρούμε κι άλλες, και να επισκευάσουμε λίγο και τις παλιές...

Aphrodite said... in doncat, post "Η πρώτη σας γνωριμία", 26.08.06

Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2006

To θαύμα της ΖΩΗΣ!

Φίλε μας Γιάννη,

Tώρα που γράφω, θα έχει γεννηθεί το ανηψάκι... Τυχερέ!!! Η μοναδική ευκαιρία να κάνουμε ένα θαύμα στη ζωή μας, το μόνο ουσιαστικό και πολύτιμο. Ολα τα άλλα δεν έχουν καμμία σημασία. Απαλό, ροδαλό, η μωρουδίλα... Δεν υπάρχουν αρκετές λέξεις... Καλώς ήρθες κι εσύ θείε, την επόμενη φορά και δικό σου εύχομαι. Με πολλή αγάπη, από αυτή που καταλαβαίνουν μόνο όσοι κράτησαν νεογέννητο σα να κρατάνε... τρινιτροτολουόλη από το φόβο και το δέος τους, και παρ'όλ'αυτά, χαμογελούν συνέχεια γιατί δεν κρατιέται η χαρά στο στήθος από το αγγελάκι...


ΝΑ ΣΑΣ ΖΗΣΕΙ!!!


Γερό, Τυχερό, Αγαπημένο κι Ευτυχισμένο!

Σβούριξέ του ένα φιλί κι από μας!!! Και φίλοι, ευκαιρία να θυμηθούμε και τα δικά μας, τη μαγική στιγμή που μπαίνουν τα άτιμα στη ζωή μας, και την αλλάζουν για πάντα! Πιάστε τα και ζουλήχτε τα, φιλήστε τα μέχρι να πουν ήμαρτον! :)

Xρωστάω 1...

Εχει σχεδόν καινούριο Χρόνο έξω... Και θέλω να χαιρετίσω τον παλιό, με μια κηδεία μεν, αλλά και μια γέννα, να συνεχίζει το νήμα. Ετσι πάει, τιμή στις παλιές τις άξιες ζωές και χώρο στις καινούριες...

Τι σας χρωστώ κ. Δ.Λ.
(Το τελευταίο δεν το ήξερα μέχρι σήμερα, 23.06.06.)

Πετάξατε στους αιθέρες. Ταξιδέψατε πολύν κόσμο. Τους ξαναφέρατε σώους, αβλαβείς και φρέσκους, για χρόνια. Και χωρέσατε στην καρδιά σας τόσες πίκρες ( ο καθένας ξεφόρτωνε και κάτι, στην μεγάλη σας ψυχή) που στο τέλος την ξοδέψατε όλη. Στους άλλους. Για σας δεν κρατήσατε τίποτα.


Οπότε άρχισε να γίνεται ίσκιος η καρδιά σας. Αναλώθηκε τόσο στο καλό των άλλων, που και τα stents χαρίστηκαν (θα έπιαναν κάπου τόπο...). Και γλυστρήσατε απαλά, διακριτικά, σαν gentleman μέχρι τέλους. Ανάμεσα στην οικογένεια, το καλύτερο κατευόδιο που μπορεί να ευχηθεί άνθρωπος για συνάνθρωπο...

Σας χρωστώ το ότι μάθατε στο γυιό σας ήθος και φιλία και αγάπη. Ναι, αυτά και τα τρία θέλουν εκμάθηση: η μαγιά υπάρχει, η μάνα βάζει και τα άλλα υλικά & τα ζυμώνει, αλλά ο πατέρας είναι που θα τα ψήσει στο γυιό.


Και μέσα από τα μάτια του γνώρισα τον άντρα μου καλύτερα. Τον είδα σα φίλο με τους φίλους του. Χάρηκα που είχε το γυιό σας, τον πολύτιμο, για φίλο. Που ήταν ο μόνος που πρόλαβε να με χορέψει στο γάμο μας, μια και στο δεύτερο τραγούδι άρχισε εκείνο το τρομακτικό αναφυλακτικό σοκ (άλλο ποστ αυτό... the story of my life!).
Στην αγκαλιά του ένοιωσα να επεκτείνεται το συμβόλαιο φιλίας και σε μένα – δεν του έπαιρνα τον φίλο κι αδελφό, του χάριζα μια φίλη... Κι ευχήθηκα με όλη μου τη δύναμη καθώς λέγαμε σαχλαμαρίτσες την ώρα που χορεύαμε, να είναι με κάποια που να τον αγαπάει όσο εγώ τον δικό μου.


Κι έγινε κύριε Λ., το προλάβατε. Την βρήκε και την παντρεύτηκε. Σας ευγνωμονώ που κρατηθήκατε και δώσατε αυτή τη χαρά στο γυιό σας, παρ’όλο που η καρδιά πιά ήθελε να αναπαυτεί.


Σας χρωστώ και κάτι άλλο: το να συγχωρήσω τον αδερφό μου, που μου απαγόρευσε κανονικά (λες κι ήμασταν πάλι παιδιά), να δω τον πατέρα μου, στο δεύτερο χειρουργείο δεξιά, μετά που είχε αναχωρήσει και μόνο το σώμα του περίμενε τα παρακάτω. Λύσσαξα να κατέβω, λες και θα μπορούσα να ουρλιάξω το ο,τιδήποτε να τον φέρω πίσω ή να του πω αντίο. Ο αδερφός μου όμως ήξερε – δεν ήμουν από την πάστα την ψύχραιμη. Πήρε την απόφαση για μένα και μέχρι σήμερα το απόγευμα τον κάκιζα με δύναμη. Πώς τόλμησε?! Πώς μπόρεσε να πάρει την απόφαση για μένα?!...


Μέχρι που σας είδα. Και συγχωρέστε με, με όλο το σεβασμό, επειδή με πονάει πολύ η πληγή μου σήμερα, αφήστε με να το ρίξω στο γλυκόπικρο. Βαδίζω σ’επικίνδυνα μέρη. Ισορροπία δύσκολη. Δεν έχω όμως άλλες αντοχές για μακροβούτι στον πόνο. Δεν κρατάει η ανάσα μου πια, μίκρυναν οι πνεύμονες, ζάρωσα.
Με πολλή αγάπη, καλό σας ταξίδι.


Αξιος, αγαπημένος, αξέχαστος.

Και καλή αντάμωση!
(Μη τρομάζετε φίλοι, το μόνο σίγουρο! Απλώς εύχομαι με τους όρους μας...)

Χρωστάω 2...

Και φυσικά είχα στραμπουλήξει πολύ άσχημα πόδι (προμήνυμα υποχρεωτικού περπατήματος). Και φυσικά βιαζόμουν (κάτι θα συνέβαινε στο αυτοκίνητό μου- μάααγα είμαι?). Λίγο πριν ξεκινήσω, ο 82-άχρονος γείτονας μου έξυσε πόρτα-φτερό-φανάρι (του «ξέφυγε» λιγουλάκι το αμάξι). Και φυ-σι-κά η κηδεία γινόταν στην άλλη άκρη του λεκανοπεδίου, με τον καύσωνα να έχει πιάσει ψιλό γαζί την ανύπαρκτη αντοχή μου στον ήλιο (θα μου πεις τι, καλοκαίρι δεν θα πεθαίνουμε?).


Τεσπα, αφού γλυτώσα το πάτημα ενός smart μπροστά (κοκκάλωνε ακόμη και στο πράσινο κύμα) & τις φάπες με τον πίσω νταλικιέρη (που θα μας πάταγε και τους δύο ευχαρίστως), φτάνω την ώρα που ξεκινά επισήμως η πρώτη ψαλμωδία. Μπροστά στο λυπηρό της τελευταίας συνοδείας και τη θλίψη που ανεβαίνει στον καθένα μας για τους δικούς του νεκρούς, τι ανακούφιση να υπάρχουν όλα αυτά τα τυπικά: λουλούδια στο έμπα - χορηγία νυχτερινών κέντρων (ας κάνουμε δωρεές εις μνήμην). Στεφάνια αν είσαι πολύ «δικός» (χρυσός χορηγός!). Καρτελάκια ή βιβλίο με στοιχεία να σου στείλουν το (τυπωμένο πια) ευχαριστήριο καρτάκι (γραμματοκιβώτιο 2006, λογαριασμοί, διαφημιστικά, καρτάκι με διαγώνια μαύρη γραμμή).

Μετά το πραγματικά δύσκολο μέρος, να συλληπηθείς την οικογένεια. Αν είσαι δικός, κλαις, αγκαλιάζεις, φιλάς και δε χρειάζεται άλλο. Αν είσαι λίγο πιο «έξω», συνεχίζεις. Ανάβεις κερί, συμπάσχεις σε όλη την επιμνημόσυνη δέηση, προσπαθείς να μην πιάσεις ψιλή κουβέντα (ανθρώπινο, στα ζόρια). Συνοδεύεις στον τάφο, πετάς ένα λουλούδι στο φέρετρο & μετά ανάπαυσις.

Καφές-σφηνάκι, κονιάκ-μπόμπα, παξιμάδι-οβίδα. Αποσυμπίεση με τους κλασσικούς κομπάρσους σε γάμο-βαφτίσια-κηδεία (μ’αυτή τη σειρά, το διαζύγιο δεν σηκώνει τραπέζωμα!).Τι ανακούφιση να υπάρχουν όλα αυτά τα τυπικά. Ανούσια μεν, σωτήρια δε. Ενας μικρός «τυφλοσούρτης» για το τι προβλέπεται σε τέτοιες δύσκολες στιγμές. Οι τσέπες στο παντελόνι σου, να έχεις κάτι να κάνεις με τα χέρια σου. Σελοτέηπ στην αμηχανία σου, την κολλάς πάνω σου και δεν φαίνεται πολύ.


Λοιπον, το εκκλησάκι ήταν πολύ μικρό, ορθογώνιο παραλληλόγραμμο. Από δεξιά προς τα αριστερά, τοίχος, καρέκλες συγγενών, διαδρομάκι ίσα-ίσα, φέρετρο, διαδρομάκι, καρέκλες, τοίχος. Μπαίνοντας έβλεπες το «πάνω» μέρος του ξύλου, τίγκα στο άνθος το λευκό. Ζέστη, ιδρωτίλα, βαρειά μυρωδιά ακόμη κι απ’τα λουλούδια. Πατείς-με πατώ-σε (όσος χώρος και να υπάρχει, εκεί που στριμώχνονται όλοι, εκεί κολλάν κι οι υπόλοιποι, να θέλει ο πόνος μπράτσα να ζουλιούνται?).

Κουτσαίνω να συλληπηθώ. Δάκρυα πολλά, δεν έβλεπα την τύφλα μου. Ζοριζόμουν. Περίμενα κάτι παππούδες να κινηθούν αργά στη σειρά. Μπαστούνια, βαστάζοι, αστάθειες. Ζουπιέμαι κι εγώ στις Συμπληγάδες, δεξιά συγγενείς, αριστερά φέρετρο (δεν το κοίταξα, δεν το άντεχα σας λέω). Σκύβω, τους φιλώ, σφιχτές αγκαλιές, πόνος για το «τελεσίδικο».

Με εμβολίζει μια γιαγιά που βιαζόταν, μου πατάει (φυσικά) το στραμπουληγμένο πόδι (yelp!). Γυρνάω από την άλλη να στηριχτώ στο φέρετρο να μην σαβουριαστώ, ο αγκώνας μου περίμενε να πιάσει ξύλο, έπιασε κάτι που υποχώρησε, σαβουριάστηκα μες τα καλάθια που έχουν από κάτω για να μπαίνουν οι ανθοδέσμες που δεν χωράν «στα πόδια» του νεκρού. Λέλουδα, ζελατίνες, ψυξομάντηλα στον αέρα, ψιλοπανικός. Στηρίζομαι στο φέρετρο να σηκωθώ. Υποχωρεί πάλι το χέρι μου, αλλά ελεγχόμενα, σηκώνομαι, τι να δω: ΑΝΟΙΧΤΟ! Κάγγελο! Στους 10 πόντους από τον θανόντα.

Εκείνη τη στιγμή κάποια γιαγιά όρμησε κι άρχισε να χαϊδεύει τον λατρεμένο της στα μάγουλα. Οπισθοχώρησα (λέμε τώρα) να συνέλθω. Σοκ. Ντροπή. Απροετοίμαστη. Ανίδεη. Εξοικίωση μηδέν. Τι μηδέν, αρνητική. Δεν έχω ξαναδεί νεκρό. Ούτε από κοντά, ούτε από μακρυά. Ποτέ μου. Ημουν λοιπόν τυχερή ως τώρα.

Ναι, δεν ήταν από ατύχημα, δεν είχε αυτοκτονήσει, δεν είχε δολοφονηθεί, δεν σκοτώθηκε σε πόλεμο ή τρομοκρατική επίθεση. Δεν ήταν μωρό, παιδί, έφηβος, έγκυος, που σε πιάνει τρέλλα. Δεν ήταν καν παραμορφωμένος. Είχε την γαλήνη του «δεν είμαι πια εδώ, ευχαριστώ για την παρέα σας», με χάρη & ευγένεια παλιάς εποχής. Αλλά φρικάρισα. Εντελώς. Πέραν του ότι έγινα ρεζίλι με την τούμπα και το ξάφνιασμά μου, όλοι οι άλλοι έδειχναν να το αντιμετωπίζουν εντελώς φυσιολογικά.

Με τρόμαξε το ότι ο άνθρωπος που θυμόμουν να ζει, να κουνιέται, να μιλάει, τώρα ήταν σκέτο σώμα. Βαρύ. Ακίνητο. Βάρκα καταμεσής ολόισιας λίμνης, μ’άπνοια τυλιγμένη. Τρόμαξα. Κανείς δε με είχε προειδοποιήσει γι’αυτό. Ανοιχτό φέρετρο? Καλοκαιριάτικα αν μη τι άλλο?


Βγήκα έξω, έκατσα κι έκλαιγα μόνη μου. Σοκαρισμένη. Και σε λίγην ώρα είδα την τρυφεράδα που υπάρχει σε μια τέτοια κίνηση. Κάτι πιο πρωτόγονο: να τον τιμήσουν, να τον χαιρετήσουν, να τον κρατήσουν λίγο ακόμα. Και λίγο ακόμα. Κι ήταν συγκινητικό να το βλέπεις έτσι.

Η ταραχή δε μπορούσε φυσικά να μου φύγει έτσι εύκολα. Περίμενα τον άντρα μου να με... μαζέψει να πάμε χεράκι-χεράκι στο κυλικείο. Και σχετικά ήρεμος να είσαι, τέτοιες ώρες θες τον άνθρωπό σου σε αυτόν τον καφέ. Φυ-σι-κά είχε πάει στο διπλανό νεκροταφείο – δε ρωτάει ποτέ για οδηγίες. Πάλι καλά που είχα κλείσει το κινητό, φαντάζεστε ποιά στιγμή θα βάραγε, ε? Στην τούμπα... Και φυ-σι-κά τον έκλεισε μια νεκροφόρα και με βρήκε πολύυυυ μετά. Μπαρούτι.

Να πω κι ότι το κυλικείο, λόγω ανακαίνισης, μεταφέρθηκε σε ένα καφενείο της συμφοράς, 4 τετράγωνα απ'το νεκροταφείο? Κι η πομπή όπως έχει την τάση ν’ακολουθεί όποιον μπαίνει μπροστάρης, πορεύτηκε με μια παρέα που πήγαινε... να ξεπαρκάρει, 3 τετράγωνα στη αντίθετη κατεύθυνση. Μερικοί από τους αυτής της κηδείας δε, περικύκλωναν το νεκροταφείο δεξιόστροφα, οι άλλοι αριστερόστροφα, και πέφταμε ο ένας πάνω στον άλλον ψάχνοντας τον καφέ. (Πονεμένο πόδι: μαγνήτης ξενυχιάσματος).


Αχ, η ζωή πραγματικά συνεχίζεται. Η ταφή είναι πια μικρή-πικρή παρένθεση στην καθημερινή μας τρέλλα (ο άνθρωπος ποτέ). Σας ευχαριστώ κύριε Λ. Τώρα κατάλαβα τον αδερφό μου που δε με άφησε να δω τον πατέρα μας. Είναι πολύ για μένα. Δεν μπόρεσα καν εσάς να κοιτάξω και να στείλω τελευταίο χαιρετισμό με τα μάτια. Συγνώμη που ήμουν λίγη. Σας χρωστώ όμως το ότι μου δώσατε ένα μάθημα. Απ’τον τάφο. Κι αυτό σημαίνει ότι εξακολουθείτε να προσφέρετε, όπως και τότε. Ακόμη κι έτσι.

Σας ευχαριστώ.

Σας το χρωστούσα.

Aphrodite said... in doncat, post "Χρέη", του φιλοξενούμενου Andy Dufresne, 22.06.06. Oι μοναδικές φωτογραφίες (εκτός της πρώτης), είναι του Stavros p(isisdoros).

Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2006

Ξενοδοχείο κλείσατε?

Τι σού'χω 'γω, τι σού'χω...

Μια που πλησιάζουν Χριστούγεννα, καλό είναι να κλείσουμε κά'να δωμάτιο και να πάρουμε το έτερον ήμισυ για εκπληξούλα, ε?

Το μπλογκ σας προτείνει ένα εκπληκτικό Γερμανικό ξενοδοχείο (όποιος το βρει, κερδίζει υλοποίηση ιδέας του) με δωμάτια για όλα τα γούστα... Τα λιγότερο σαδο-μαζό τα παρουσιάζουμε πάραυτα. Βέβαια γούστα είναι αυτά, μπορεί κάποια εικόνα να είναι ο ορισμός του σούπερ-γουάου Σ/Μ για κάποιον...


Εδώ το δωμάτιο-πασπαρτού, για αρχαιολόγους, οδοντίατρους, αστρολόγους, μαθηματικούς, παλαιοντολόγους, γυναικολόγους, εντομολόγους, δώσε κι εμένα Μπάρμπα-λόγους (γειά σου Βάνα!)... Αν σας πιάσει πονοκέφαλος, σβήστε τα φώτα και προχωρήστε στο παρασύνθημα αμέσως. Προσοχή μη μπείτε στο δωμάτιο μεθυσμένοι, κανείς δεν γνωρίζει πόσο άσχημα θα τρομάξετε αν όλα αυτά γυρίζουν με το ταβάνι μαζί...



Εδώ το δωμάτιο-crash-test του αμόρε σας. Αν του πείτε "σουρπρίζ!" την ώρα που ανοίξετε την πόρτα, και δεν φύγει τρέχοντας, όλα καλά. Σας αγαπά και θα υπομείνει τα πάντα. Αν πάλι μπει αλλά γυαλίσει το μάτι του, καλό θα ήταν να φύγετε τρέχοντας εσείς! Εχει πάντως ηχομόνωση, οπότε κατόπιν απομάκρυνσης εκ του ταμείου, δεν εγγυώμαστε...



Και να κι ένα δωμάτιο για τους ανάποδους, αυτούς που λέτε "Αμάν αδερφάκι μου, άσπρο εγώ, μαύρο εσύ!!!". Ολα καρφωμένα ανάποδα, κι ο ιδιότροπος ας κοιμηθεί κατάχαμα, μπας και του γίνει μάθημα... Εσείς προφασίζεστε έκτακτη δουλειά στο γραφείο, και κοιμάστε σε ειδικό δωμάτιο-bonus με κανονικό κρεβάτι. Το πρωί ή που θα έχει στραβώσει εντελώς, ή που θα έχει ισιώσει, οπότε πορεύεστε αναλόγως...


Εδώ ένα δωμάτιο "Αγάπη μου με απογειώνεις", να δει ότι κυριολεκτείτε, όχι λόγια του αέρα... Χουντίνι τον ανεβάζετε, Xρυσοδάκτυλο τον κατεβάζετε, "Με τον Ερωτά σου, Ολα τα Ξεχνώ" Καρβέλα του τραγουδάτε, μόνο μην ξεχνάτε ότι η βαρύτητα εξακολουθεί να ισχύει, μη και στο αεροπλανικό πάνω στο κρεβάτι νομίζετε ότι είστε και Ζούπερμαν...



Φοβάστε τις δεσμεύσεις? Ορίστε, με ένα τέτοιο δωμάτιο, που έχει και άνοιγμα προς την ελευθερία, you can have your cake and eat it too. Kαι τον έρωτά σας, και την ανεξαρτησία σας, άσε που οι συν-ένοικοι παίρνουν μάτι... Ολοι οι καλοί χωράνε. Και το αμόρε? "Κατάδικό σας" που λένε! Ελα οι κακοί στη φυλακή! Χμμμ...



Οοοχι, όχι, δεν είναι μόνο για νεκρόφιλους το δωμάτιο ετούτο, αλλά και για όσους θέλουν να κάνουν το στεφάνι τους να ψυλλιαστεί μερικά πράγματα, όπως το ότι είναι στον προθάλαμο για σουτ στην καλύτερη, ή ότι έχετε βάλει επαγγελματία δολοφόνο να σας ξεφορτώσει από αυτόν/ήν στην χειρότερη. Δε μπορεί, θα τον πιάσει τον υπαινιγμό!


Και λούκουμος, εδώ το δωμάτιο για ΟΛΕΣ ανεξαιρέτως τις ψωνάρες που κρύβουμε μέσα μας! Οχι μόνον για όσους είναι αρκετά πίου-γκάου ώστε να πηγαίνουν στα realities, αλλά για όλο αυτό το "Kοίτα με τι φοβερός που είμαι όταν πηδάω!" και το "Να μου ζήσει ο Αεράκης με τα ωραία του, χαλάλι τα 320 ευρώ για το κορσεδάκι!". Μόνο να θυμηθείτε να προχωρήσετε στο προκείμενο και να μην καθρεφτίζεστε μόνο, και να πάρετε τα αρνητικά φεύγοντας (αλλιώς σας βλέπω ποστ εδώ μεσα!).


Με πολλά ευχαριστώ στην amazing blade runner (εμ, Πήγασος είναι αυτός, ξέρει από ταξίδια κι όνειρα!!!)

Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 2006

Κυβερνήτης Ερως

Σας ομιλεί ο Κυβερνήτης...


Σάββατο βράδυ στα εξωτερικά Ιατρεία στη Βούλα. Ράντζα, πρώτες βοήθειες, πτώσεις από μηχανάκια, ελαφρά τροχαία, ξαφνικά πλησιάζει το ασθενοφόρο τσιρίζοντας και κοκκινίζει ο τόπος. Ταχύτατες, δυναμικές, επείγουσες κινήσεις, τους δύο τους έχασαν, παλεύουν τον τρίτο – τα νέα σε χτυπούν αστραπιαία...

«Φτηνά τη γλυτώσαμε να λέμε...» και πού ν’ανάψει τσιγάρο, ντρεπόταν εκεί μέσα, αλλά πώς να βγει έξω με τον γύψο στο πόδι? Περίμενε την αδερφή της με τον φίλο της για να την βγάλουν, να πάρουν τα χαρτιά, να πάνε σπίτι. Παράλληλο σύμπαν σε φα μείζονα εκεί μέσα.


Καλά τα ρούχα, σκίστηκαν, της κακόδεσαν όμως το μπράτσο και δεν μπορούσε να κινηθεί χωρίς να σκούξει. (Να βράσω την τεχνολογία τους μέσα, σκέφτηκε, που μπορούμε να πάμε στο φεγγάρι κι ακόμη δε μπορούμε να ξαναφτιαχτούμε!). Το χειρότερο? Εσπασε το κινητό της. Πάνε κι οι φωτογραφίες και τα sms που δεν τύπωσε. Κι άντε τώρα να τον ειδοποιήσεις, φτάνει που ειδοποίησαν την αδερφή της οι νοσοκόμες, αυτόν πώς θα τον έβρισκε? Πήγε να γίνει το μεγάλο βήμα, κι όλα στραβά! «Τι γκαντέμω που είμαι τελικά...»


Σάββατο βράδυ έξω από το Cinepolis στη Γλυφάδα. Παρέες παντού, μικροί, μεγάλοι, μικρομέγαλοι, μελίσσι να μπαινοβγαίνει σε σινεμά και καφετέριες. Αυτοκίνητα να μοιάζουν ακίνητα, ανάμεσα στον κόσμο που ντυμένος όμορφα έβγαινε για βράδυ. Πού να στρίψεις, πού να παρκάρεις, πεζοδρόμησαν κιόλας... Τουλάχιστον δεν κορνάριζε κανείς, μια και χάζευαν όλοι σαν σε νυφοπάζαρο.


«Δεν καταλαβαίνω...» ξεφυσάει, κι αισθάνεται εντελώς ηλίθιος. Το κινητό στο ένα χέρι και ένα κουτί με ένα ζευγάρι όμορφα πέδιλα στο άλλο. Δώρο για κείνην, που ήξερε πόσο της αρέσουν. «Αν δεν χτυπήσει το τηλέφωνο, να ξέρεις ότι θα είμαι εγώ!» του είχε πει όταν τη ρώτησε «Και τι θα γίνει έτσι κι αργήσεις?». Εννούσε σίγουρα ότι δεν χρειαζόταν να τον πάρει τηλέφωνο αφού ήταν στο δρόμο της, έτσι δεν είναι? Αλλά πάλι.... Ούτε θα τον έστηνε έτσι στο άσχετο, δεν είναι τέτοιος τύπος. Η μήπως είναι? Πόσην ώρα μπορείς να περιμένεις σ’ένα ραντεβού, στην Αθήνα του 2006, με τόσα κινητά, χωρίς να αισθάνεσαι ο χειρότερα φτυσμένος μαλάκας?


Δευτέρα μεσημέρι είχε ξεκινήσει η τελική ευθεία: αυτό το Σαββατοκύριακο θα τα έλεγαν από κοντά. Μετά από εξάμηνη γνωριμία στο ίντερνετ, εκείνη η ντροπαλή που έμπαινε σε συζητήσεις με το «σεις» και με το «σας», κι εκείνος που είχε ήδη δικό του blog, τους έπαιρνε τα σώβρακα κανονικά στο δικό του και απλώς έκανε «κράτει» στων άλλων, αλλιώς θα τους έβγαζε όλους εκτός και θα βαριόταν μόνος του μετά.


Ε, πώς έγινε? Το nick της? Το «μαζεμένο» της? Της... μοίρας τους γραμμένο? Κουβέντα στην κουβέντα, γνωρίστηκαν πιο καλά, πάντα από υπολογιστή σε υπολογιστή, και με δεκάδες μάτια να τους διαβάζουν. Αρκετοί είχαν καταλάβει τι παιζόταν και σιγοντάριζαν, δυο-τρεις ζήλεψαν και προσπάθησαν να τους κάνουν χαλάστρα... Ολα όμως στο φανερό, αυτή ήταν η πλάκα, δεν έπεσε ούτε ένα e-mail στα κρυφά, ούτε ένα sms ή τηλεφώνημα, τίποτα. Μessenger στην αρχή δεν έβαζε, φοβόταν ότι θα παραήταν direct, κι ακόμη κι όταν έβαλε, τελικά ήταν σαν σιωπηρή συμφωνία μεταξύ τους, να μην τα λένε πιο ιδιωτικά, είχε περισσότερη φάση το «δημόσιο»...


Εκτός της τελευταίας επικοινωνίας, στο κινητό, γιατί έπρεπε να κανονίσουν το ραντεβού τους. Με το που άνοιξε το κορίτσι στη δουλειά το pc (πλέον είχε pc σπίτι –δουλειά κι είχε μάθει να μπαίνει κι από internet cafes) και είδε τ’όνομά του, η καρδιά της πήγε να σπάσει: Αυτό ήταν. Η τώρα ή ποτέ. Η ρουλέτα ξεκίνησε. Κι οι δύο τα είχαν βάλει όλα στο χρώμα, εκείνη κόκκινο (τι άλλο), εκείνος μαύρο (να συμπληρώσει, να της ζευγαρώσει το κόκκινό της). Ο,τι και νά’φερνε η μπίλια, όποιος και να κέρδιζε, κέρδιζαν και οι δύο. Από τα σπάνια, να ποντάρεις σε ό,τι νά’ναι, και να φεύγεις με όλο το τραπέζι δικό σου! Καζίνο η Ωραία Cyber-Love!


Δεν υπήρχε περίπτωση να μην ταίριαζαν, αφού γνωρίστηκαν τόσο καλά, τόσο πολύ, κατ’ευθείαν τα από μέσα τους – ήταν θέμα χρόνου να τακίμιαζαν και τ’απ’έξω τους...
Τι παράνοια, κόντρα σε κάθε φυσικό ένστικτο ήταν αυτό: να πλησιάζεις έναν άλλον άνθρωπο χωρίς να τον έχεις δει ποτέ, χωρίς να τον έχεις ακούσει ποτέ, χωρίς να τον έχεις ζήσει πώς κινείται στον χώρο και τον χρόνο, πώς στήνεται, τι εντύπωση κάνει, χωρίς να τον έχεις μυρίσει ποτέ, χωρίς να ξέρεις τις μικρές καθημερινές ρουτίνες του, ούτε να έχεις ακουμπήσει τις παύσεις του και τα υπονοούμενά του, ένα κυκλώνα «χωρίς»...

Και πού χωράει ο έρωτας? Πώς? Οταν η ζωή ζευγαρώνει, είναι για να κάνουν παιχνίδι τα γονίδιά σου με του άλλου. Εδώ τι παιχνίδι? Τα γονίδιά μας είναι πολύ μεγάλα για να χωρέσουν στα καλώδια, και πολύ μικρά για να ζήσουν έξω από μας. Παιχνίδι τηλεπαθητικά? Θεούλη μου, τι μπουρδούκλωμα επιφυλάξαμε στη μαμά φύση, ε?...


Αλλά δε μπορεί, ταίριαζαν σε τόσα πολλά, και μερικές φορές που διαφώνησαν, πάλι τα βρήκαν. Απαξ και δεν μπορείς να χώσεις σφαλιάρα στον άλλον, να του πετάξεις κάνα πιάτο, να του κλείσεις την πόρτα στη μούρη έστω, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να κλείσεις τον υπολογιστή (σιιιγά! σκασίλα του!). Και μετά με μερικά emoticons σε σχόλια να κάνεις μούτρα, μέχρι να κάνει ο άλλος πρώτη κίνηση. Τα ξαναλές τότε, ηρεμείς κάπως, και το πιάνεις από κει που τ’άφησες, ούτε κόνξες ούτε τίποτα. Ζιπαρισμένα συναισθήματα, μηδέν-ένα-άπειρο, κατ’ευθείαν κέντρο!


Ολα καλά θα πήγαιναν, τι να στραβώσει?... Θα δούλευε και η physical γνωριμία. Η mental είχε γίνει σχεδόν από την αρχή, κι όλα πήγαιναν περίφημα. Επιχείρημα στο επιχείρημα, πλάκες, σοβαρά, όλα συντονισμένα. Η psychological ακολούθησε, με κάθε λέξη να βαραίνει και λίγο, να φορτίζει και λίγο, ώσπου χρωματίστηκαν όλα με έλξη και πήγαιναν φυσέκι προς την spiritual πλέον σύνδεση.


Και με τι χρόνους!!! Ούτε να περιμένεις πότε να βγεις, ούτε κλεμμένα ραντεβού, ούτε ξεροσταλιάσματα, ούτε τίποτα! Ας είμαστε σοβαροί, σε δύο ανθρώπους που μιλούν με εξελιγμένο θυροτηλέφωνο («Ανοιξέ μου!» , «Ποιός, εγώ?») να έχει φτάσει να υπάρχει η χημεία και ο έρωτας που φτιάχνουν μαγεία? Να γεννηθεί έρωτας μέσω τεχνοκρατίας? Οχι ανήκουστο, αλλά από Βίπερ-Νόρα, στο κορίτσι και το αγόρι της διπλανής πόρτας μέσω κυβερνοχώρου, μεγάλο σάλτο!...


"Αβίαστα, αβασάνιστα, στο χώρο σας με ένα τηλεφώνημα" θύμιζε... Κι όμως. Οι καλές προθέσεις περνούσαν και τα πιο απρόσωπα πηγαδάκια της μπλογκόσφαιρας. Σάββατο βράδυ θα τα έλεγαν κι από κοντά λοιπόν, με κομπλάρισμα και οι δύο μεγαλύτερο απ’ό,τι είχαν ζήσει ποτέ. Τι να σε γδύσει κάτω από προβολέα ο γκόμενος και να σε χαζεύει γύρω-γύρω για ψεγάδια, τι να βγάλει μεζούρα η γκόμενα να σε μετρήσει και να περιμένουν οι φίλες της διαστάσεις σε ανοιχτή ακρόαση...



Tίποτε δεν συγκρίνεται με το γδύσιμο της πρώτης γνωριμίας με το σώμα, το κέλυφος του άλλου, το ναό της ψυχής του, όταν πρώτα την έχεις γευτεί μέσα-έξω την ψυχή του, κι ο άλλος τη δική σου... Και τύφλα νά’χουν όλες οι αμβροσίες του κόσμου δηλαδή, όταν γνωρίζεις τα σώψυχα χωρίς να παρεμβάλλονται όλα τα άλλα, τα περιττά power games. Το σώμα είναι πολύ φτωχό για να μην... αμηχανέψει με δέος – «Αααα, ώστε εσύ ήσουν τόσο καιρό, ε?».



Τουλάχιστον εδώ ή φύση σίγουρα βοηθάει με τη σοφία της των χιλιάδων χρόνων: όλοι, άντρες-γυναίκες έχουμε μέσα μας την ικανότητα ν’αγαπάμε. Στην αρχή αφηρημένα, ένα πλάσμα που ξέρουμε ότι είναι δικό μας, απλώς μέσα σε μια στρογγυλή κοιλίτσα, και να το αγαπάμε μετά συνειδητά, συγκεκριμένα, μόλις το γεννήσουμε, μας το βάλουν στην αγκαλιά και δούμε πια ποιόν αγαπούσαμε τόσον καιρό.

Εκείνη βέβαια δεν μπορούσε να τα δει όλα αυτά. Δεν καταλάβαινε τίποτε, παρά μόνον ότι δεν έπαιρνε άλλη αναβολή πλέον. Τι άλλο μπορούσε να του πει, που να μην το ξέρει ήδη? Τι άλλο να του έδειχνε, πόσο να το τραβούσε πια? Γιατί καλό το «από μακρυά», αλλά έρχεται το αναπόφευκτο «και τώρα?» καθώς ο μηχανισμός μπαίνει μπροστά κι οι ορμόνες μιλάνε. Τραγουδάνε, σε ζαλίζουν κανονικά. Ακούν βέβαια πρώτα, μιλούν μετά. Αλλά έτσι κι αρχίσουν να παρλάρουν, κάνεις μόκο κι ακολουθείς τις οδηγίες τους, σε ξεκουφαίνουν αλλιώς.



Εκείνος ήταν κυρίως περίεργος. Θα ανταπεξερχόταν άραγε η εικόνα της μ’αυτό που είχε πλάσει στο κεφάλι του? Ηξερε πώς την έπαθε: σα να έτρωγε death-by-chocolate τούρτα στα σκοτεινά ενός καλού black-out, κι όταν ήρθε το ρεύμα, είπε να δει επιτέλους και το «κουτί». Οπότε έριξε το πρώτο εκείνο «Ωρα για face-to face!». Ναι, χαίρεσαι διπλά όταν βλέπεις κυριλέ ζαχαροπλαστείο, με τη φίρμα φαρδειά-πλατειά, το χοντρό χαρτόνι και τη συσκευασία σε σχήμα πυραμίδας με αποξηραμένα λουλούδια. Τρελλαίνεσαι, πώς τα φτιάχνουν οι άτιμοι!

Μα κι αν ακόμη σου κάτσει το συνοικιακό, παλιό ζαχαροπλαστείο, που ο πάτος μές το κουτί είναι στρωμένος με αλουμινόχαρτο κομμένο με το χέρι, κι απ’εξω χαρτόνι της κακιάς ώρας με τη φίρμα σε γραμματοσειρά ταινίας Δαλιανίδη «Μακέτται Σκηνικέξ», πάλι θα μετρήσει η τούρτα, το γλυκό της ζωής σου αφού... Καιρός να δούμε τι βάζαμε στο στόμα μας τόσον καιρό.


Αστείο και σοβαρό μαζί. Ανθρώπινη Επαφή, Η Νέα Πρόκληση: αντί από έξω προς τα μέσα, πλέον από μέσα προς τα έξω. Αντίστροφα πράγματα! Πρώτα-πρώτα αχρηστεύεις τα πρωταρχικά σου αισθητήρια όργανα. Για χιλιάδες χρόνια σε προγραμμάτισαν να πλησιάζεις το άλλο πλάσμα έτσι ώστε να το γνωρίσεις καλά, πριν προχωρήσεις σε οικοιότητες, μη σου πάρει το φαί, σε πληγώσει ή σε σκοτώσει κιόλας! Επιβίωση πρώτα, διαιώνιση μετά.


Κι ύστερα κανονίζεις ένα ωραίο βραχυκύκλωμα, ώστε ναι μεν να προχωρήσεις διαιώνιση σίγουρα (ξέροντας ότι αυτό το πλάσμα είναι πιθανόν το ταίρι της ζωής σου), αλλά και να δουλέψεις την επιβίωση μαζί του. Να γνωρίσεις πια το απ’έξω, να βρεις και σ’αυτό τα ερωτεύσιμά του. Καλό το internet, αλλά έχεις και σώμα, που πρέπει να δεις πώς ταιριάζει στο σχήμα του άλλου. Και ή ν’απογειωθείς, ή να κλειδαμπαρωθείς στο σιλό σου μέχρι την επόμενη φορά...


Κυριακή, επόμενη του τρομερού Σαββάτου, εκείνη στο... κρεβάτι του πόνου, με γύψο, μαξιλάρια, γάζες και παυσίπονα, εκείνος καθιστός στα πόδια του κρεβατιού να την κάνει να γελάει. Ευτυχισμένος που δεν τον είχε στήσει, στεναχωρήμενος που δεν μπορούσε να την βοηθήσει παραπάνω. Ηθελε να είναι γουρλής στη ζωή της, να κάνει θριαμβευτική είσοδο με κάποιο λαχείο πχ, αλλά έστω, το ότι δεν έπαθε τίποτε σοβαρότερο με τη μηχανή που την παρέσυρε, κι αυτό λαχείο ήτανε, στον λήγοντα!


Κι εκείνη ευτυχισμένη που τον είχε απέναντί της, in the flesh, live, και στεναχωρήμενη για το στήσιμο - ποιός, αυτή, να στήσει εκείνον, απ’όλο τον κόσμο! Και να λένε όλα αυτά που αποκαλύπτει το ζευγάρι και πλέκει το κουκούλι του, τα «θυμάσαι τότε που..» και «μα πού να το ξέρω ότι εσύ ήδη...».

Κρατούσε στα χέρια της το κουτί με τα Jimmy Choo’s, πού τα είχε βρει ο άτιμος? «Εμ, friends in high places» της είπε (ας είναι καλά η αδερφή του κολλητού που σπουδάζει στο Λονδίνο).


Kαι τότε πρόσεξε κάτι: η φωνή του είχε ένα τέμπο ίδιο μ’αυτό που έβγαινε στο γράψιμό του! Οχι η γραμματική, η σύνταξη, το λεξιλόγιο... Το τέμπο. Ωστε περνούσε την ψυχή του όταν της έγραφε, κι ας ήταν πιο μαζεμένος (δημόσιος διάλογος γαρ!). Τα γονίδια δεν γινόταν να τα περάσει, αλλά την ψυχή του?...

Αυτό ναι!

Ηταν σε πολύ καλό δρόμο πραγματικά, ποιός γύψος, μικρή ενόχληση μπροστά σε μια πετυχημένη αντιστροφή, κόντρα στο software της φύσης....


Aphrodite said... in doncat, post "Είκοσι ενοχλήσεις", 28.05.06