Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2006

Αγρίμι...

Η Ανάσα του Φόβου στο Σβέρκο σου...



Φοβόταν... Φοβόταν από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, από τότε που καταλάβαινε ότι γύρω της κουφόβραζε ωμό ψέμα, κρυφά λόγια, μουλωχτές κινήσεις... Από τότε που την έδενε η μάνα της μαζί με τον μικρότερο αδερφό της στο πόδι του κρεβατιού. Μη τυχόν και το σκάσουν όσο εκείνη έλειπε για «δουλειές»... Τι δουλειά ήταν αυτή που αντί για λεφτά, ερχόταν με κάποιο φαγώσιμο μές στο παλτό της? Από τότε που έτσι και την έβρισκαν οι δυό μεγαλοι της αδερφοί να διαβάζει κάποιο περιοδικό από αυτά τα ιταλικά, με τις όμορφες φωτογραφίες, που της έδινε στα κρυφά η κόρη του χασάπη, την έκαναν μαύρη στο ξύλο... Από τότε που ερχόταν ο πατέρας της στα κρυφά τα βράδια, κι η μάνα της έκανε ότι κοιμόταν. Και δε τη κοίταζε ο άθλιος στα μάτια παρά μόνο στο τραπέζι, το επόμενο βράδυ, λίγο πριν της κάνει επίσκεψη...


Τώρα όμως φοβόταν όχι μόνον αυτά που ήξερε, αλλά κι αυτά που οσμιζόταν να βαραίνουν πάνω της. Κουβάλαγε την παράνοια και την ξεφτίλα της βίας με στολή. Ξέφυγε. Προς το παρόν. Αλλά τα κτήνη που βάραγαν στο ψαχνό είχαν τρυπώσει για τα καλά παντού της. Σήμερα ήταν η τρίτη μέρα «κρυψώνας», κόντευε να τον δει επιτέλους. Αραγε θα την αναγνώριζε, μετά από τόσους μήνες? Είχε αλλάξει τώρα που έγινε μάνα? Και καταριόταν τη φτώχεια της που δεν είχε ούτε μία φωτογραφία του γυιού τους να του δείξει. Γυιός Μάρκελλε, γυιός! Σου έκανα τον άντρα που μου ζήτησες. Εκλεισε τα μάτια να ξεχαστεί λιγάκι, να σωπάσει λίγο η ανταριασμένη της καρδιά, και προσπαθούσε να φέρει το πρόσωπο του Μάρκελλου στο μυαλό της.


Μπα, τίποτα! Τον ένοιωθε, τον μύριζε σχεδόν, έλεγε τώρα θ’ανοίξω τα μάτια μου κι όλα αυτά θα είναι ένα κακό όνειρο. Είμαι μαζί του στο κρεβάτι μας, με τα καλά μας τα σεντόνια της μαμάς και στη μέση ο μικρός... Ούτε λεπτό δεν γέμιζε η εικόνα, έσπαγε σε κομματάκια και ξανά πίσω στο φόβο. Αγάπη μου, οκτώ μηνών μωρό, κι έπρεπε να τον αφήσει για να βρει τον άντρα της. Να βγάλει κι εκείνη λεφτά, να τους στείλει πίσω και σιγά –σιγά να φέρει και την υπόλοιπή της οικογένεια εδώ... Σπάραγμα. Τι Θεός είσ’εσύ που μου πήρες τον άντρα και μου έδωσες γυιό, και τώρα θα δω τον άντρα μου αλλά μου πήρες το γυιό μου?!


Λίγα χρόνια πριν, όλα για όλα καπνός στις πυραμίδες. Στέναξε ο κόσμος, σακατεύτηκε. Κτηνωδίες. Αγρίμια παντού. Πέρασε ο Μάρκελλος με το πλοίο «Σώθηκα» που λέγαν οι άχρηστοι οι ελληνάδες στην Κέρκυρα, τη γη της επαγγελίας. Οι πρώτοι που μπόρεσαν να βρουν δουλειά, στέλναν πίσω λεφτά, ζεστά-ζεστά, και θαμπωνόντουσαν οι υπόλοιποι. Δεν είχε σημασία, έκαναν ό,τι δουλειά έβρισκαν, για ένα κομμάτι ψωμί, κι ήταν κι ευχαριστημένοι αν είχαν κάπου να κοιμηθούν το βράδυ.



Ο δικός της ήταν από τους τυχερούς, πήγε στον ξάδερφό του, που δούλευε αποθήκη σε μπαρ. Κι είχε και όπλο από τα δικά τους. Τον έβαλε σε βενζινάδικο, έφερναν και μερικά κλεμμένα, μια μικρή μπάζα πότε-πότε. Με την ψυχή στο στόμα, αλλά όταν πας από επιβίωση στο να ζήσεις λίγο ανθρωπινά, σε παίρνει η μπάλλα. Για τα λεφτά κάνεις πολλά. Κι όσο πιο λίγα, τόσα πιο πολλά κάνεις... Ολη μέρα στο πετρέλαιο και τα λάδια, αλλά λεφτά από τα ρέστα μηδέν – μόλις τον έκοβαν οι ελληνάδες για ράτσα, έμπαιναν λαχταρισμένοι στ’αμάξι κι έφευγαν. Αλλά εκείνος, χαμογελαστός απ’έξω, να βράζει (και να σχεδιάζει) μέσα, έκανε το καλό παιδί. Σιγά-σιγά μπήκε στη μάπα, βυτιοφόρο που μάζευε τον κατιμά απ’τα υπόλοιπα, έριχναν και κάτι ψιλά από ντήζελ και βουρ στα σπίτια. Εκεί ο αφεντικός, για να κρατάν το στόμα τους κλειστό, τους έδινε πού και πού κάνα μπουρμπουάρ. Μ’αυτό έβαζε στην άκρη για να βγάλει γέννα.


Ηταν κι εκείνη τυχερή, καταφέραν από δω κι από κει, να μαζέψουν κάμποσα, να της φτάσουν να γεννήσει με μόνο άλλες έξι, στα δωμάτια για εγκύους – όχι σαν τις φτωχές που γεννούσαν στο διάδρομο και μετά... όπου έβρισκαν κρεββάτι. Μα με αρρώστους, μα με ετοιμοθάνατους, μα με χτικιασμένους, όλους μαζί – και με τις κατσαρίδες να κόβουν βόλτες...

Πιάστηκε αγκαλιά με τα χέρια της, κουκουλώθηκε με κάτι παλιές λινάτσες. Σπίτι άθλιο, ερείπιο, χωρίς τζάμια. Ευτυχώς έμπαινε καλοκαίρι...
Εστιψε το μυαλό της να σκεφτεί τον γάμο της, τη χαρά της, που επιτέλους θα πήγαινε σπίτι με τον Μαρκέλλο, να ξεφύγει λίγο. Κι όμως, αντί να φαίνεται ανάγλυφο το πρόσωπό του, έτσι κούκλος που ήταν με το κοστούμι του, δεν της ερχόταν παρά μια θολή εικόνα. Είχε παχύνει κι ήταν μαυρισμένος –πέρναγε καλά ο αλήτης. Τρελλάθηκε η κακομοίρα, πρώτη φορά τον έβλεπε με κοστούμι! Δανεικό, αλλά κανονικό κοστούμι, ιταλιάνικο. Είχε πάρει άδεια απ’την αστυνομία, βίζα με 2.000 δολλάρια για να μπει και να ξαναβγεί σε 2 μέρες. Κι όπως ανέβαινε τα σκαλοπάτια στην Αγια-Φωτεινή, η καρδιά της βούλιαξε... Κι η κοιλιά της κλώτσησε. Πάλι καλά που πρόλαβαν να το κουκουλώσουν και να εμφανιστεί με νυφικό –μαρένγκα,να μην φαίνεται το φούσκωμα. Η άνοιξη που έμπαινε με τόση φόρα, σκορπώντας τα παραθυρόφυλλα...


Κι έκλαιγε. Στο μυαλό της που έκλαιγε στο γάμο της - άφηνε τη μάνα της, συνένοχη και θύμα. Εκλαιγε - δεν μπορούσε να μιλήσει τώρα που ήταν όλοι εκεί, να ξεμπροστιάσει τον πατέρα της. Εκλαιγε - έπρεπε να γίνει με τοση χαρτούρα ο γάμος , μια που ο Μάρκελλος ήταν μουσουλμάνος από φανατικούς. Τους πολέμησαν και τους δυό τους όλα τα σόγια, οι χριστιανοί «Μα θα πας κορίτσι πράμα με το Ισλάμ, τρελλάθηκες?» και οι άλλοι «Θα της κάνεις τη χάρη να την πάρεις την άπιστη? Δεν είσ’άντρας εσύ...»


Κι όλα τ’άλλα μόνη της. Μόνη της πήγαινε να της βάλουν τους ορρούς που κόντευε να το χάσει το μωρό. Μόνη της που γένναγε γιατί ο πατέρας της μπήκε νοσοκομείο με εγκεφαλικό και η μάνα έστρεξε στον αφέντη. Μόνη που γέννησε, εκτός μιας ξαδέρφης, που έφερε κι ένα ρουχαλάκι στο μωρό, να έχει κάτι καινούριο να βάλει. Μισό μηνιάτικο ένα κομμάτι τόσο δα....

Δες με τώρα Μάρκελλε, έλα να με πάρεις, πάμε να πάρουμε τον Κρίστο και να φύγουμε. Να φύγουμε, να πετάξουμε! Να μη βλέπω πια τα αξύριστα βλέμματα και τους νηστικούς ώμους. Να μη κοιμάμαι στο πάτωμα. Ανάμεσα σε φίλους ναι, αλλά τόσο ξένους... Καμμιά προσφυγιά δεν ήταν ένας για όλους. Μαζί στο ταξίδι, αλλά ο καθένας για πάρτη του έτσι και τους μπαγλάρωναν.



Φοβόταν να ξημερώσει αύριο, είχε τρεις μέρες σχεδόν νηστική. Εντάξει, όσοι έβρισκαν οικοδομή, κάτι έβαζαν και για τους υπόλοιπους. Κι αυτήν και μιαν άλλη κοπέλλα προσπαθούσαν να τις φροντίσουν λίγο. Αλλά κι αυτοί πεινούσαν, όλη μέρα στο δρόμο να περιμένουν να τους πάρουν σε κάνα γιαπί... Εκείνη επειδή ήταν «φρέσκια» συγυρνούσε λίγο το σπίτι κι έφτιαχνε σκουπίδια για φαί. Ολα τ’αποφάγια μετά τα φύλαγε για το βράδυ, μήπως πεινούσε κάποιος από τους μικρότερους. Εντεκα άνθρωποι στο σπίτι, σώματα, χνώτα, κουρελούδες, και το βράδυ ροχαλητά να ξεχαστούν. Υπνος, το μόνο τους καταφύγιο στη μίζερη, κουτσουρμένη και δαρμένη τους ζωή.



Αύριο... Αχ αύριο θα έβλεπε τον άντρα της. Επιτέλους! Και ίσως θα έκαναν μετά τα χαρτιά τους. Πάντως σίγουρα αύριο θα έπαιρναν λεφτά λέει στο χέρι. Το κόμμα ζητούσε κόσμο για την διαδήλωση, ένα πεντοχίλιαρο το κεφάλι. Δεν ήξερε ακριβώς πόσα πολλά λεφτά ηταν το πεντοχίλιαρο, αλλά έπρεπε να είναι καλά. Θα έστελνε και λίγα πίσω, θα ψώνιζε και κάτι για όλους, κι ένα πραγματικό αυτοκινητάκι με μπαταρίες για το γυιό τους. Στο τελευταίο αυτοκίνητο που μπήκε μέχρι να έρθει σ’αυτό το ρημαγένο σπίτι, είδε αληθινές βιτρίνες, με φώτα τόσο δυνατά που έκοβαν τη νύχτα! Και κόσμος που μπαινόβγαινε... Αλλά στα κρυφά, τα κεφάλια χαμηλωμένα.

Κι έπρεπε να μάθει και τη γλώσσα, αυτό πώς θα το κατάφερνε? Κι άμα τελικά δεν πήγαιναν όλα καλά και την έβαζε ο άντρας της να παίρνει πελάτες? Τόσοι και τόσες είχε ακούσει που τους έβαζαν με το ζόρι, και βέβαια μετά έχτιζαν στη γειτονιά της σπίτια-παλάτια, από κει που δεν είχαν καν πάτωμα πριν, παρά μόνο πατημένο χώμα...

Φοβόταν, κρύωνε, πεινούσε, αλλά δάκρυ δεν έβγαινε. Το δαρμένο αγρίμι είχε στερέψει πια... Τον γυιό της, πότε θα τον έφερνε? Δεν την είχε χτυπήσει ακόμη που δεν ήταν δίπλα της. Τόσο τον κουβαλούσε σα μάνα κι αυτόν μαζί της. Δεν το πίστευε ότι τον άφησε πίσω, αυτό όχι. Θα γυρνούσε και θα τον έβλεπε στα χέρια της, δίπλα στο στρωσίδι...

Είχε περπατήσει σα ζωντανή-νεκρή τέσσερις μέρες. Και λίγο με ναυλωμένο ταξί, για να περάσει τα σύνορα. Με 5.500 δολάρια το κεφάλι στον «αρχηγό» για πέντε διαφορετικά περάσματα. Για πέντε ελληνάδες. Που με το που θα τά’παιρναν, θα τους έδειχναν μόλις μέχρι τον επόμενο «σταθμό». Γκρεμούς και χώματα, διαδρομές που άλλαζαν κάθε βδομάδα και καλά για τις περιπολίες. Ξεπουλιόντουσαν αυτοί και τα τσέπωναν οι ελληνάδες – ας είναι...


Φοβόταν. Κι αυτό δε θα της πέρναγε ποτέ. Μέτρησε λίγο τις μέρες, και πήγαινε να ξημερώσει πρώτη Μάη. Μέρα που η μάνα της στόλιζε με όσα λουλούδια έβγαζε η αυλίτσα, το καλό τους το βάζο. Με το σπασμένο χείλος & τις ραγισματιές. Μάης που για λίγο ξέχναγε την άθλιά της τη ζωή. Την ανύπαρκτή της τη ζωή, που χώραγε ίσα-ίσα στο μικρό σπιρτόκουτο με το «America» επάνω. Ρίγες κι αστέρια. Ονειρο. Ελευθερία. Χόρταση... Η ζωή, γιατί το παράπονο δε χώραγε ούτε σε φέρετρο.

Κι αν δεν πήγαιναν όλα καλά? Κι αν έτσι που είχε να πλυθεί με σαπούνι τόσες μέρες (καλά που είχε και νερό δε λες), δεν είχε και τίποτε να βάλει, είχε μαζί της μόνον χτένα και λιγα βρακιά, αν την έβλεπε έτσι και δεν την γούσταρε? Αν είχε βρει άλλη? Αν μετάνιωνε και δεν εμφανιζόταν καν? Αν έπρεπε να ξαναπάρει το δρόμο για πίσω χωρίς να έχει καταφέρει τίποτε? Και ήταν και στο κόμμα πίσω στην πατρίδα, αν το μάθαιναν εδώ και την έπιαναν για σκούπα μια ώρα αρχύτερα?


Δε μπορούσε να ησυχάσει, σίδερα γύρω-γύρα και στη μέση πιασμένη η ανάσα της, ροχαλητά παντού και πουθενά να πάει...

Δεν περνάει τούτη η νύχτα, δεν περνάει... Φόβε μου, κάτσε για παρέα, δεν έχω κανέναν...


Αphrodite said... in nikosdimou.blogspot, post "Πλαστογραφημένη επέτειος", 30.04.06