Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2007

Κορεσμός κι Επιστροφή στα Ουσιαστικά...

Ηow You Remind Me / Nickelback

Είχα διαβάσει πριν μέρες το άρθρο «Η τύφλα και οι κάμερες» του Π. Μανδραβέλη (Καθημερινή, 16.01.07) και τριγύριζε στο μυαλό μου. Μιλάει για το «νέο φετίχ της ελληνικής κοινωνίας, (την) προστασία της ιδιωτικής ζωής» με τις κάθε είδους κάμερες σε δημόσιους χώρους (ΕΛ.ΑΣ, τηλεοπτικών σταθμών), και το επακόλουθο ("επίπλαστο") δίλημμα «Ελευθερία ή Ασφάλεια? Δικαιώματα ή Συλλήψεις?».

«... όλες οι αποφάσεις των Αρχών (ανεξάρτητων και δικαστικών) μοιάζουν να ψάχνουν να βρουν τη συνταγή του «ολίγον έγκυος»: οι κάμερες πρέπει να υπάρχουν αλλά όχι και να βλέπουν, να μπορούν να καταγράφουν τρομοκράτες, αλλά όχι νομοταγείς...»

«... η προηγούμενη κυβέρνηση προχώρησε σε περαιτέρω «προστασία της ιδιωτικής μας ζωής». Απαγόρευσε με νόμο (ο οποίος φυσικά δεν εφαρμόζεται) την φωτογράφιση ατόμου σε δημόσιο χώρο χωρίς προηγούμενη γραπτή άδειά του! Οι φωτορεπόρτερ δηλαδή που απαθανατίζουν διαδηλώσεις είναι τυπικώς παράνομοι, αφού εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να ζητήσουν τη γραπτή άδεια από τους 400-500 που καθ’ εκάστην κλείνουν το κέντρο της Αθήνας».


Ετσι ακριβώς είναι. Θέλουμε τις κάμερες για να εκτίθενται οι άλλοι, κι όχι εμείς φυσικά. Εκτός αν... Μα φυσικά! Εκτός αν μιλάμε για την εθνική μας σχιζοφρένεια (και λέω «εθνική» για να το περιορίσω, μην ανοίξω τώρα την κουβέντα για επίπεδο ατομικό-συνολικό ή τα άλλα κράτη-πρώτους διδάξαντες, ξημερώσαμε).

Βλέπουμε κάμερα που λέτε κι αρχίζουμε την επίθεση: «Τι θες τώρα εσύ εδώ από μένα και μην τολμήσεις να με πάρεις!» κτλ, όταν απ'την άλλη χαζεύουμε όλα τα realities του πλανήτη. Θέλουμε να είμαστε ανώνυμοι, από ευπρέπεια, ευκολία ή κρύψιμο, αλλά κάνουμε «κρα» να μας φωτογραφίσουν δίπλα σε λογής-λογής celebrities. Θέλουμε να υπάρχουν κάμερες να πιάνουν τους κακοποιούς, αλλά για δείτε τι ωραία έκατσε εκείνη η φάση με τον σύζυγο, που του έστειλαν το πρόστιμο της τροχαίας σπίτι με τη φωτο-απόδειξη για την παράβαση, και συνειδητοποίησε η σύζυγος πως της τα φορούσε... Ναι, υπάρχουν και οι άνθρωποι που κρατούν αμιγή θέση στις κάμερες («ΟΧΙ!») και δεν καταναλώνουν ματιές απο κλειδαρότρυπες, αλλά τείνουν να εκλείψουν φοβάμαι πως.


Δικαίως το ρωτά ο Π.Μ: «Το ερώτημα όμως είναι ποιο δικαίωμα παραβιάζεται από τις κάμερες σε δρόμους και πλατείες; Πώς μπορεί να υπάρχει ιδιωτική ζωή σε δημόσιους χώρους;»

Ελα μου ντε! Και να προσθέσω, ποιός μπορεί να υπερασπιστεί την όποια ανάγκη αισθάνεται κάποιος, να πάει στη δουλειά ή τη διασκέδασή του, χωρίς να καταγραφεί σε κάποιο φιλμ? Ακόμη και στο νοσοκομείο που μπορεί να έχεις βγει για ένα τσιγάρο, σε μικρό διάλειμμα για να μην αποτρελλαθείς, με τον άνθρωπό σου σε κρίσιμη κατάσταση και να πρέπει να δεις τι θα κάνεις, μπορεί κάλλιστα να σου έρθει ο δημοσιογράφος με την κάμερα και το μικρόφωνο (και την κατά πάσα πιθανότητα πληρωμένη ανοχή των φυλάκων). Για συνέντευξη για την απεργία των γιατρών στην καλύτερη, ή για το αν είδες ως αυτόπτης την τάδε ανθυπο-επώνυμη που μπήκε για λιποαναρρόφηση στη χειρότερη... Το προαύλιο του Δημόσιου Νοσοκομείου, ή το πεζοδρόμιό του, δεν είναι Δημόσιος χώρος? Ο πόνος σου όμως είναι κι αυτός δημόσιος, να στον πατήσουν για να βγάλεις άλλο ζητούμενο?


Συμφωνώ απολύτως, μα τόσο απολύτως που δεν πάει άλλο, ότι:

«Το ζήτημα είναι ότι η εικόνα ενός δημόσιου χώρου είναι δημόσια περιουσία και καθένας μπορεί να την οικειοποιηθεί. Είτε εμπεριέχει πρόσωπα είτε όχι. Με άλλα λόγια οποιοσδήποτε μπορεί να φωτογραφίσει, να κινηματογραφήσει ή ακόμη και να ζωγραφίσει την Πλατεία Συντάγματος, χωρίς το άγχος ότι κάποιου την ιδιωτική ζωή παραβιάζει.

Δεν νοείται ιδιωτικότητα σε δημόσιο χώρο. Αν κάποιος θέλει να προστατεύσει την ιδιωτική του ζωή, ή φοβάται το αυτοκίνητα μένει σπίτι του, όπου και η προστασία πρέπει να είναι απόλυτη και αυτοκίνητα δεν κυκλοφορούν. Ετσι κι αλλιώς κάθε φορά που ξεμυτίζουμε σε δημόσιο χώρο κάνουμε μια αυτόματη σύμβαση: Παραχωρούμε το δικαίωμα της ιδιωτικότητάς μας, διότι κατ’ αρχήν οι άλλοι άνθρωποι μάτια έχουν και βλέπουν και κατά δεύτερον μπορεί να κρατούν και κάμερες.»

Ετσι είναι. Μας αρέσει δε μας αρέσει, πριν κινδυνεύαμε από τα περίεργα μάτια με τα μεγάλα στόματα, τώρα έχουμε «καθήσει», ευχαρίστως κιόλας, στην εισβολή των μήντια στη ζωή μας. Welcome Δολλάριο! Τα μάτια-περισκόπια με τα στόματα-οχετούς. Εμ, αφού καταναλώνουμε (ποιός κάθεται σπίτι και δουλεύει ή νοικοκυρεύει, ή γυρνάει πτώμα / χώμα / τούρμπο και δεν βάζει λίγο tv?), από ολίγον και ελαφρώς, έως σαπίσματος κι αποκοιμίσματος, αυτή είναι η απόλυτα προβλέψιμη εξέλιξη των πραγμάτων: «ΔΩΣΕ!». Σε τι μεταφράζεται αυτό? «ΟΚ, ΤΡΑΒΑΩ!» και «ΝΑ, ΠΑΡΕ!»


Ομως υπάρχει το βασικό πρόβλημα που λέγαμε: όταν δε θέλεις. (Κι άντε, μην πούμε τώρα για τον Τρίτο κόσμο και μέχρι τους τουρίστες που βγάζουν ανελέητα φωτογραφίες, θέλουν δε θέλουν οι άνθρωποι-θέματα. Πίσω στα δικά μας). Ειδικά λοιπόν σε μια μεγάλη πόλη, οι πιθανότητες να περάσεις απαρατήρητος και να κινηθείς με το μικρό σου καβουκάκι χωρίς να σε πάρει πρέφα κανείς είναι μεγάλες. Οπότε no issue.


Οταν όμως στην πέφτουν (ακόμη κι αν δεν είσαι εσυ ο άμεσος στόχος) και ρητώς εκφράζεις την επιθυμία σου στο συνεργείο να μην σε τραβήξουν, ακόμη-ακόμη μετακινείσαι ή αλλάζεις πρόγραμμα ώστε να βρίσκεσαι εκτός πλάνου, αλλά τελικά (παρ’όλο που τράβηξαν τα πλάνα τους ξανά), στο τελικό μοντάζ βρίσκεσαι μέσα, εκεί τίθεται θέμα. Μεγάλο.


Ακόμη χειρότερα? Αμέσως: να αγνοείς παντελώς το ότι βιντεοσκοπείσαι εκείνη τη στιγμή. Οπως όταν κάνεις για παράδειγμα μπάνιο στην παραλία, τυχαίνει επίσης να είσαι ένα όμορφο πιπίνι, και ξαφνικά ο ποπός σου φιγουράρει στα κεντρικά δελτία ειδήσεων (του καναλιού του Ταύρου π.χ.) ως οπτικοποίηση του καυτού θέματος: «Ολοι θάλασσα, αποστομωτική απάντηση στον Καύσωνα νούμερο 56 για φέτος».

Η, πάει ακόμη πιο κάτω (τι νομίζατε!), να σε παίρνουν με το κινητό: η απόλυτη λαίλαπα της κατάργησης της οποιασδήποτε έννοιας της προσωπικής σου αξιοπρέπειας και του κοινωνικά «ανέγγιχτου», από τους αυτοσχέδιους paparazzi. Δεν ιδιωτεύεις όταν βρίσκεσαι εκτός σπιτιού σου, δεν κυκλοφορείς ινγκόγκνιτο, αλλά... Αλλά.


Ο πάσα εις με ένα κινητό στο χέρι, μπορεί να σε απαθανατίσει οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, σε οποιαδήποτε ασχολία σου, από μακρυά κιόλας. Κι ύστερα να χρησιμοποιήσει την εικόνα αυτή όπως γουστάρει. Να σε στείλει ωμό, σενιάν ή να σε καλοψήσει και να σε εντάξει σε δικό του project, από «Κοίτα με πόσες/πόσους κοιμήθηκα» μέχρι να σε επεξεργαστεί με το κατάλληλο μοντάζ για hard-core στο διαδίκτυο...

Ναι, υπάρχουν φυσικά οι διαβαθμίσεις σε όλο αυτό, από τα κινητά που τραβούν βιασμούς μαθητριών (και όχι μόνον), μέχρι καλοστημένα, αμιγώς εθελοντικά ή οικειοθελή (σόλο ή «μια ωραία παρέα είμαστε») sessions που στέλνονται από κινητό σε κινητό σε χρόνο dt. O tempora o mores!

Εχει αντίτιμο λοιπόν αυτή η ευκολία καταγραφής της εικόνας, της συμπεριφοράς και σε τελική ανάλυση του εαυτού μας, στο συγκεκριμένο σημείο στον χώρο και το χρόνο. Κι έρχεται σε μας το μπαλλάκι να ξεκολλήσουμε από το «Οχι εμένα ή/και όχι τώρα». Γιατί κάποια στιγμή είναι στατιστικά βέβαιο πως κάποιος θα μας πιάσει με την κάμερά του. Εάν δεν έχουμε πρόβλημα, όλα καλά. Αν έχουμε όμως?


Το θέμα είναι να μπορέσουμε από μόνοι μας ως συμπεριφορές να μην συνεχίσουμε την ενίσχυση του φαινομένου αυτής τη στιγμής. Παλιά υπήρχε η γειτονιά για εκτόνωση: ποιός μπήκε, ποιός βγήκε, ποιός τα έφτιαξε και ποιός πηδάει ποιόν (θυμάστε την Αννα Παναγιωτοπούλου να τραγουδάει «Οοοολα, θέλω να τα ξέρω όοολα, όχι επειδή’μαι κουτσομπόοολα, δεν το κάνω από κακό, θέλω νά’χω υλικό, κι ας μου τρώει η περιέργεια τη σόοολα!»). Είμασταν καλυμένοι. Γνωρίζοντας, καθορίζαμε την ταυτότητα αναλόγως πλαισίου, μεγαλώναμε και αυτοπραγματωνόμασταν με βάση κάποιες κοινωνικές σταθερές και συγκεκριμένο modus vivandi εντός των ορίων μας.

Το τι συμβαίνει όμως αυτή τη στιγμή, σαν υποκατάστατο αυτής της εκτόνωσης, είναι μια γιγάντωση της ικανοποίησής της προς πάσα κατεύθυνση και με χαώδη τρόπο. Η ανάγκη προφανώς υπάρχει, δεν θα υπήρχε τόση προσφορά αλλιώς. Πλέον όμως πάσχουμε από τσουνάμι τύπου: «ποιός / τι / πού / πότε» υπερ-προσφοράς. (Στο «γιατί» πάσχουμε βεβαίως, αλλά αυτό είναι άλλο τεράστιο θέμα... Ποιός το είχε πει «τα μεγάλα μυαλά μιλούν για ιδέες, τα μεσαία για πράξεις και τα μικρά για τον διπλανό τους?» Ε, αυτό! Η ενασχόληση με το context είναι εύκολη, στο content κολλάμε χοντρά.)

Τι κάνουμε λοιπόν για να σταματήσει το φαινόμενο? Ε, ας μην βλέπουμε ή καταναλώνουμε πια προϊόντα μη-απόλυτα-ηθελημένης έκθεσης των άλλων στο φακό (τέρμα δλδ για αρχή όλα τα ΜΜΕ-κουτσομπολιά, κοσμικά και σαβούρα) και να δώσουμε το μήνυμα ότι μπουκώσαμε! Οτι δεν πάει άλλο με τα κάθε τύπου reality shows. Να μηδενίσουμε τα μηχανάκια.

Αλλά πολύ φοβάμαι ότι έτσι όπως πηγαίνουμε, όλο και περισσότερο βρακί, σάρκα, αίμα και ξέσκισμα θα χρειαζόμαστε απλά για να εντυπωσιαστούμε, όχι να συγκλονιστούμε κιόλας! Απ’ό,τι βλέπω, δεν θα σταματήσει πουθενά αυτό. Η αντίσταση είναι δύσκολη. Οι ζωές μας περιπλέκονται ολοένα και περισσότερο, και η αποσυμπίεσή μας καταντά η όλο και μεγαλύτερη έκθεσή μας στην κατανάλωση εικόνων. Ακριτα, αβίαστα, αβασάνιστα («στον χώρο σας σε λίγην ώρα...» - πικρό γελάκι!). Ο καναπές αποχαυνώνει διαρκώς... «Ιmpress me ντε! Πληρώνω αθωότητα για να βρίσκομαι στο Τσίρκο (τσίρκουλο, τεσπα...). Ακόμη είμαι στα καθίσματα, και πριν μπω αρένα κι εγώ, θέλω τουλάχιστον να πάρω my money’s worth». Φτου μου!


Λυπάμαι που βλέπω σαν το μόνο που θα μας σώσει (τονίζω το: αφ'ης στιγμής δεν μπορεί να εφαρμοστεί πρακτικά η σχετική νομοθεσία και να ξεμπερδεύουμε), την φιλμογράφηση όλων μας. Ανεξαιρέτως. Καλά, παιδιά κι αναξιοπαθούντες εξαιρούνται προφανώς. Να είμαστε όλοι λοιπόν «ανεβασμένοι» σε όλα τα μήντια του πλανήτη, ταυτόχρονα. Να συνυπάρχουμε σε διάφορα αρχεία κι εκπομπές, ώστε να φαίνεται π.χ. μία γυναίκα (μητέρα, σύζυγος, εργαζόμενη) σε πρόγραμμα μαγειρικής, σε διαφήμιση αυτοκινήτου, κορίτσι κεντρικής σελίδας με φωτομοντάζ, συνεντευξιαζόμενη για το φαινόμενο του θερμοκηπίου, κομπάρσος σε διαστημική ταινία, σταρ σε πορνό και κοινό σε talk-show. Οχι για να κρασάρει το οποιοδήποτε σύστημα των ΜΜΕ, αλλά για να μην έχει πλέον καμμία σημασία ποιός θα φαίνεται πού. Συμπίεση στον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή: όλοι στη φόρα. Κορεσμός!

Να γυρίσουμε μετά στα basics, τα ουσιαστικά. Να ξαναεκτιμήσουμε τον άνθρωπο ως ζωντανή σάρκα, πνεύμα και υπόσταση, όχι σαν εικόνα-ταπετσαρία ή «γέμισμα». Κι άσε να δούμε πόση επάνδρωση κι ανθρωποώρες θα χρειάζονται οι απανταχού αστυνομίες, να χειριστούν όλο αυτόν τον όγκο. Να αρχειοθετήσουν, να ψάξουν σε όλο το χαμό, να βγάλουν συμπεράσματα... Να ασχοληθούν με το αληθινά χρήσιμο της κάμερας. Αντε και οι κάμερες στις Τέχνες. Οχι όμως αυτό το μπάχαλο. Να το αρνούμαστε. Να μας περάσει επιτέλους κι εμάς η εικονολατρεία κι η εικονοφοβία, να πάψουμε να ασχολούμαστε με την «ιδιωτικότητα» της «ιδιωτικής» μας ζωής.


(Ποιά ιδιωτική μωρέ, και μες το σπίτι μας ξέρουν τι ψωνίζουμε, βλέπουμε, καταναλώνουμε, μέχρι πώς το κάνουμε ξέρουν, κι αν δεν το ξέρουν εξάγουν.. ασφαλή συμπεράσματα ανά γκρουπς, τι λέμε τώρα! Ετσι και χρησιμοποιούμε το διαδίκτυο δε...! Και μάλιστα αυτές οι έρευνες μοσχοπουλιούνται και φτάνουν σε απίθανους αποδέκτες. Αυτά μας μάραναν τώρα? Please! Ας ωριμάσουμε επιτέλους! Ας υπενθυμίσουμε στον εαυτό μας τι παίζει πραγματικά και ας αναλάβουμε την ευθύνη μας, καιρός είναι.)