Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2006

"Το φως μου έδωσαν.. ελληνικόν!"
Μέρος 1ον.






Ααα... Το φως, το δικό μας φως...

Κοφτό στις γωνίες, όλο αχλή στις στρογγυλάδες.
Ενα περίεργο φως.
Λάμπει όσο πουθενά στον πλανήτη.
Κρουστό στις αντιθέσεις του με τη σκιά, απαλό στους ιριδισμούς του.
Τεχνίτης.



Για μας ένα με τη ζωή.
Με την ημέρα, με το ξεκίνημα.
Με την ελπίδα ότι θα φέρει κάτι ακόμα.
Καλύτερο. Δε μπορεί...
Του ανοίγει την πόρτα η Ιω...
Κι ας έχει στα πόδια της τον γυιό τον Μέμνωνα.
Η Αυγή να παραδίνει στο Σκοτάδι.
Το Φως της Ζωής της, στο Μαύρο του Θανάτου.

Και τα δάκρυα όλα πάχνη.
Τα πάντα που ησυχάζουν. Αφουγκράζεσαι.
Και τότε κλαίει η Ιώ ανοίγοντας τις πύλες.
Χαράζει.
Κι αρχίζεις να βλέπεις.








Με Θεούς, Τιτάνες και Θνητούς.
Που γέννησε απ'τον Αίολο τ'αστέρια όλης της Γης.
Τις πέτρες τις ψηλές, τις λαμπερές ανάσες όταν το φως κοιμάται.
Τις μικρές παρηγορήτρες μέχρι να λάμψει πάλι η μέρα.








Ωραία, ξεκίνησε.

Ξεχύνεται κι απλώνει.

Λαμπρός, Ταχύς κι Ωραίος.

Ελα μας, φέρε μας...

Τύλιξε τα πύρινά σου χέρια γύρω απ'τα κορμιά.
Ζωντάνεψέ τα
.

Ηλιε μου Ηλιάτορα....


Εμείς σε βλέπουμε με το πύρινό σου άρμα.

Εσύ μας βλέπεις σαν το παιχνίδι σου από ψηλά,

μια Ελλάδα θάλασσα με σκόρπια τα βραχάκια...