Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2006

Farewell to a Good man

To ταξίδι που ονειρευόσουν...



Διάβασα πάλι το κείμενό σου Νίκο, για τον εσαεί σε διαδικασία απόδρασης. Αυτή τη φορά αλλιώς...


Δύο αυτοκίνητα άφησε πίσω του. Κι ο κλήρος πέφτει στον πιο νέο να τ’αδειάσει, να τα τακτοποιήσει, να δει τι γίνεται τέλος πάντων, να πουληθούν σιγά-σιγά. Τα παρκάρισα στην πυλωτή, το ένα στο πορτ-μπαγκάζ του άλλου, να κάνω το ξεκαθάρισμα. Με τα χαρτομάντηλα στις τσέπες, γιατι ήξερα περίπου τι θα...

Στο παλιό, τη μαούνα, είχε τακτοποιημένα όλα τα της καθημερινής του ζωής: τρέξιμο για όλους. Και δικό του (από νοσοκομείο σε νοσοκομείο). Ξηρά τροφή κι έξτρα μπλοκάκια, μέχρι σταυρόλεξα, καπέλα και ομπρέλλες για όλες τις ώρες που μας περίμενε όσο μας «πέταγε»κάπου. Λίστες «to do» της μάνας μου για τα πάντα, με ημερομηνίες... Ολα τα «χαρτιά» για το κάθε τι, από τα παλιά «τρίπτυχα» των ταξιδιών στην Ευρώπη, μέχρι μπλοκάκια που ήθελαν τρύπημα στην εφορία, έξω-έξω, στα πιο «επείγοντα»...

Και διάφορα εξαρτήματα για το δικό μου το αυτοκίνητο, που το έφτιαχνε όταν έβρισκε χρόνο, κρυσταλλάκια που ήθελαν ταγιάρισμα στον τάδε φίλο του τεχνίτη για τον πολυέλαιό μου, πάνες και παιχνιδάκια μη τυχόν και πάρει τα παιδιά μου καμμιά βόλτα και ξεμείνει (λες και θα του τα έδινα χωρίς καθισματάκια στο δικό του, αλλά ήλπιζε...).

Στο καινούριο, το γκάζι, όλα στοιχισμένα για το εξοχικό, αυτό που το ξεκίνησε για όλους μας (κι έχει μείνει γιαπί, τον προλάβαινε ο Υπουλος στη γωνία μόλις ξεθάρρευε). Να μεγαλώσουμε καλοκαίρια εκεί τα εγγόνια του, να τους κόβει ντομάτες από τον κήπο και να τους ζωγραφίζει καραγκιόζηδες...

Φτυάρια και πλέγματα, πασσαλάκια και βολβοί, μπογιές και χαρτόνια, ραφτικά της μάνας μου και ρούχα για την εκκλησία, πετσέτες για τη θάλασσα, παιδικά βατραχοπέδιλα (πότε τα πήρε?)... Στο βάθος, φαρμακεία με ό,τι διανοείται νους, μέχρι για τσιμπήματα από σκορπιούς και φίδια (δεν είναι ζούγκλα, εξοχή είναι...). Κι εργαλεία, εργαλεία...


Δεν μπόρεσα να την κάνω τη δουλειά. Γιατί δεν έβλεπα μπροστά μου. Αλλά και γιατί ήταν τόσο τακτοποιημένα, τόσο καθαρά, που δεν είχα τι άλλο να κάνω, πέραν του να τα πετάξω όλα μαζί, ή να τα κρατήσω έτσι για πάντα.

Να κλείσω το πορτ-μπαγκάζ και να νομίζω ότι θα το ανοίξει αύριο να βάλει κάτι ακόμη μέσα...

Δεν τα πείραξα πατέρα, όπως δεν πείραζα τα συρτάρια σου, με όλα τα πράγματα που μας αγόραζες και τα έβγαζες λίγα-λίγα «για το σχολείο», να γίνουμε όλ’αυτά που δεν έγινες εσύ.

Θα το έκανες το ταξίδι το μεγάλο (ονειρευόσουν και σκάφος τώρα που θα είχες χρόνο) με μας μαζί. Κι ας είμασταν όχι τα μωρά που είχες κάποτε, αλλά ολόκληρα γαίδούρια με οικογένειες δικές μας. Τώρα είχαν σειρά άλλα μωράκια, και τουλάχιστον θα έκανες το ταξίδι για αυτά, θα γινόσουν θαλασσόλυκος για χάρη τους, αφού δεν έγινες για μας...

Σου άρεσε η ιδέα, να τους μάθεις τη θάλασσα (αφού σε μας δεν προλάβαινες και τη σιχαθήκαμε κι οι δύο). Α ρε πατέρα, γι αλλού σήκωνες πανιά, κι αλλού σε πήγε...


(Οχι, τ’αμάξια δεν έχουν πουληθεί ακόμη. Πληρώνουμε τέλη, σέρβις, τα κινούμε λίγο, ίσα-ίσα, έτσι... Είναι κι αυτό κάτι.).

*******************************


Εύχομαι Νίκο κάποια στιγμή να γράψεις μια ακόμη συνέχεια, για μια απόδραση που πέτυχε, κι άξιζε όλη η προετοιμασία. Κι όταν ο ήρωας γύρισε λέει, με το καλό, ξεφορτώθηκε τα πάντα, γιατί ήταν πια χορτάτος. Και πήγαινε με τα πόδια.

Πήγε, ξέφυγε.

Είδε, γέμισε.

Ηρθε, άραξε.

Πώς να είναι αυτό το συναίσθημα άραγε?



Το κείμενο αυτό γράφτηκε σαν σχόλιο στο http://doncat.blogspot.com/2006_09_01_doncat_archive.html , ποστ "Αποδραση" του Τάσου Παπαδάκη, στις 05.09.06. Αναφέρεται στο πεζό "Ο άνθρωπος που ετοίμαζε το αυτοκίνητό του" από την Τέλεια Διαδρομή, του Ν. Δήμου, που βρίσκεται εδώ. Αν θέλετε να αφήσετε κι εσείς το σχόλιό σας, μπορείτε εδώ.