Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2007

Ενας Γάμος, Μια Κηδεία κι Ενας Μπόζο - 1


Αρχές της προ-προηγούμενης εβδομάδας, πάνω που προσπαθούσα να σταυρώσω λίγο ύπνο τα ξημερώματα, χτυπάει το τηλέφωνο. Λέω τέτοιαν ώρα, κάτι σοβαρό θα είναι, αγνοώντας εκείνο το σφίξιμο στο στομάχι που μου έλεγε «Αν το σηκώσεις, είσαι άξια της μοίρας σου».

Ηταν ο κολλητός μου ο Χριστόφορος.

- Ελα, σε ξυπνάω?

- Χμπφφγκμπγκλ, μμμέχει σμασία?

- Ηθελα να σου πω ότι πέθανε η θεία μου η Πανωραία.

Παρένθεση: η θεία του αυτή είχε πρέπει να είχε φάει πολύ κονσέρβα στη ζωή της, από τα συντηρητικά έμενε η ίδια ροζ μπονμπόν γιαγιά-πλισσέ εδώ και 30τόσα χρόνια. Κι επίσης ξεχάσει εντελώς ότι οι άνθρωποι κάποια στιγμή πεθαίνουν. Στα 80φεύγα, στα 90φεύγα, στα 100-κάτι-φεύγα, ΠΡΙΝ τα 120 τέλος πάντων!

- Πέθανε ε? Γαμώτο... Συλληπητήρια... Τι είχε?

- (παύση) Τρεις μαιζονέτες, μου τις άφησε και τις τρεις!

- (είσαι ηλίθιος!) Μη με δουλεύεις ρε συ μ’ανέκδοτα τώρα, λέγε, από τι πέθανε?

- Μάλλον από βαρεμάρα (γελάκια). Αλλά δεν πήρα απλώς να στο ανακοινώσω. Θέλω να σου ζητήσω μια χάρη.

- Ωχχχχχχχχχ....

- Ελα ρεεεε Αφροοοο.... αφού το ξέρεις, ότι μόνο εσύ με σώζεις από τα δύσκολα!

- Τι έγινε, τα χαλάσατε με τον Παναγιώτη ΠΑΛΙ και πρέπει να μεσολαβήσω?

- Οχι μωρέ, να, σε θέλω για κάλυψη στην κηδεία.

Παρένθεση again: ο φίλος μου τα έχει καταφέρει έτσι που να μην ξέρει κανείς στο σόι του, πέραν της μάνας του κι αυτό όχι φανερά, ότι είναι gay και μάλιστα έχει σχέση με άντρα εδώ και 8 χρόνια. Ολοι θα πάθαιναν αποπληξία (ένα μυστήρια πράγμα, όσο πιο ζαμπλούτου είναι ένας πατέρας ειδικά, τόσο πιο κατάπτυστο «ΕΜΕΝΑ Ο ΓΥΙΟΣ ΜΟΥ?!» το θεωρεί!). Αρα θα πήγαινα για να δει το σόι ότι υπάρχει γυναίκα κάπου εκεί στα περίχωρα και προφανώς τον έχει φάει η καριέρα, γι’αυτό δεν την έχει στεφανωθεί ακόμα (να γίνω και αυτοβούλως ρόμπα δλδ!)

- Καλά, πες μου πού και πότε, να έρθω.

- Αύριο στις 4μισυ, στο πρώτο, και κοίτα να είσαι ντυμένη σεμνά και κυριλέ.

- Σα τη Νταϊάνα δλδ... όμως πες μου, πριν το κέρατο, ή μετά το κέρατο?

- Χέσε με... ξέρεις εσύ. Ελα, με σώζεις, θα στο χρωστάω χάρη!

- Ξέρω, ξέρω, έχω λαμβάνειν εγώ... Αντε καληνύχτα τώρα!

-γκλαν!- τού’κλεισα το τηλέφωνο και μες το σκοτάδι, ήδη το είχα μετανοιώσει...


Την άλλη μέρα, αφού έχασα όλο μου το πρωινό με εφορία, αστυνομία και δυο τράπεζες συν τα κλασικά τρεχάματα που δε σταματούν ποτέ (μάι νεύρονς!), γύρισα σπίτι άρον-άρον. Βγήκα από το ντους με τα νερά, να βάλω τα κηδειόρουχα, αλλά δεν έβρισκα το μαύρο πουκάμισο που υπολόγιζα να βάλω από πάνω, οπότε λέω άστο, θα βάλω ένα στράπλες μπλουζάκι και θα πάρω μαζί μου ένα μαύρο σακάκι να το βάλω μόλις φτάσω, να μη φαίνεται τίποτα.

Μες το χαμό των ντουλαπών μου βέβαια, το μοναδικό μπλουζάκι που ξεχώρισα ήταν ένα άσχετο, μισό φούξια μισό μαύρο, αλλά λέω σιγά, με το σακάκι από πάνω όλα λύνονται. Εβαλα και κάτι μαύρες γόβες σε σακούλα, να τις φορέσω πριν βγω από τ'αμάξι (γιατί όταν κατεβαίνω να πάρω το αμάξι φοράω συνήθως αθλητικά), πήρα τσάντα, κλειδιά, λεφτά, χαρτομάντηλα, νεράκι κι όξω απ’την πόρτα.

Εννοείται ότι όλα τα φανάρια ήταν κόκκινα, ότι είχε τρελλή κίνηση, ότι κόντευα να πλαντάξω με χαλασμένο αιρ-κοντίσιον στο αμάξι, ότι έμπλεξα σ’εκείνα τα σχιζοφρενικά στενάκια γύρω-γύρω απ’το νεκροταφείο (α, τα ελληνικά νεκροταφεία... μέσα πάντα σιγή και γαλήνη, απ’έξω όλοι να βρίζουν σα λιμενεργάτες για το ανύπαρκτο παρκάρισμα). Κι έφτασα φυσικά όταν στο εκκλησάκι έψελναν τον επόμενο νεκρό. Ο Χριστόφορος είχε αφρίσει στο τελευταίο μου «έρχομαι-μην-ανησυχείς» τηλεφώνημα...


- Πού διάολο είσαι, εμείς είμαστε στον καφέ, και μ’έχουν πρήξει στις ερωτήσεις, περιμένουν να σε δουν!

- Παρκάρω κι έφτασα, πάρε κι ένα φραπέ γλυκό χωρίς γάλα για μένα!

- Σε κηδεία είμαστε, δεν έχει φραπέ παιδάκι μου, κουνήσου!

- Οκ, οκ, οκ, έρχομαι!

Παρκάρω λοιπόν, τραβάω χειρόφρενο, πάω να πάρω το σακάκι, πουθενά το σακάκι... Οι γόβες? Πουθενά και οι γόβες... Ωχ αμάααν, τα ξέχασα όλα στον καναπέ στο σπίτι! ΤΩΡΑ?! Κάτσε να πιω λίγο νερό – έτρεμαν τα χέρια μου, πού να ξεβιδώσω το καπάκι, τελικά το ανοίγω και χύνεται το νερό πάνω μου! Γαμώτο, γαμώτο, γαμώτο!

Σκέψου γρήγορα, τι κάνουμε τώρα? Το μυαλό μου έκαιγε, αλλά δεν μπορούσα να σκεφτώ καμμία απολύτως λύση – ήταν κι όλα τα μαγαζιά κλειστά, να έπαιρνα κάτι μαύρο έστω και τελευταία ώρα, από την άλλη δε γινόταν να στήσω τον Χριστόφορο... Οπότε λέω θα πάω όπως-όπως, κι ο Θεός βοηθός!

Ανοίγω το πορτ-μπαγκάζ να δω μπας κι έχω καμμιά ζακέτα ξεχασμένη να ρίξω πάνω μου, αλλά το μόνο που υπήρχε ήταν ένα ξεχασμένο στρατιωτικό τζάκετ. Το πιάνω, είχε από μέσα εκείνη την επένδυση που βγαίνει και μοιάζει με γιλέκο και λέω ας το αποτολμήσω (να μη φαίνονται και οι μωβ τιράντες του σουτιέν μου από μέσα). Κλειδώνω λοιπόν και τρέχω να προλάβω, με τον αέρα να μου κάνει το μαλλί αετοφωλιά.


Την ώρα που εμφανίστηκα στο κεφαλόσκαλο του «Χώρου Συνεστιάσεων και Παρηγοριάς», ο κόσμος που καθόταν μέσα (όλη η παλιά φουρνιά του επιχειρηματικού κόσμου, όσοι ζούσαν δλδ, με μέσον όρο ηλικίας τα 90), γύρισε με σούρσιμο και με κοίταξε («Οοοολα, θέλω να τα ξέρω όοοολα» που λέει και το τραγούδι, και τα γερόντια το ανάγουν σε τέχνη).

Και τότε χαμήλωσα το βλέμμα και συνειδητοποίησα ΤΙ θέαμα αντίκρυσαν...

Η Αθηνά Τσιούνη (εκείνη που χαστούκισε τη Λιάνη ντε!), η Χριστίνα Λουκά (η θεούσα) ΚΑΙ η Παπαρήγα (η γνωστή) μαζί, σαν τις τρεις κακές μοίρες του styling, ΔΕΝ, επαναλαμβάνω ΔΕΝ θα με είχαν ντύσει έτσι:

Ροζ αθλητικά allstars από κάτω, μαύρο παντελόνι με λεκέ σαν από ακράτεια μπροστά, μαύρο-φούξια τοπάκι, χακί σκονισμένο και παλιό στρατιωτικό γιλέκο που να μην κουμπώνει, μωβ τιράντες κρεμαστές στα μπράτσα, αναμαλλιασμένη και με χαμόγελο που στα emoticons απεικονίζεται με :D.


Πετάγεται έντρομος ο Χριστόφορος, κόντεψε να πατήσει μερικές γιαγιές, και μου φράζει την πόρτα με βλέμμα «Δε μπορεί, είναι ηλίθια η γυναίκα»:

- Πλάκα μου κάνεις!

- Χαχα, καλή ε? (χαμογελάκι)

Με πιάνει από το μπράτσο και με σούρνει πιο έξω, όσο τα γερόντια είχαν στήσει αυτί, ακουστικά, μπαστούνια, ό,τι είχαν πρόχειρο τέλος πάντων.

- Ρε Αφρο έχεις τρελλαθεί τελείως? Τι είναι αυτά που φοράς?

- Κωστέτσος, τα μετά-το-σοκ-του-σκύλου συρ-μεζύρ!

- (βλέμμα απελπισίας) Θα γίνω ρεζίλι, τι πήγες κι έκανες!

- Ομορφιές! Λοιπόν, ευχαριστώ που με ρώτησες αν μου έτυχε κάτι στο δρόμο, λέω να την κάνω-

- Οχι μη φεύγεις, Η μάλλον φύγε, καλύτερα. Αλλά τι θα τους πω? Μείνε! Οχι, φύγε... Ωχ, δεν ξέρω. Σκατά!

- Εμ, τι να κάνω από όλα αυτά?

- Μείνε! Θα πω ότι έχεις πρόβλημα, ότι έχεις τόση αχρωματοψία που κοντεύεις να τυφλωθείς.

- Κι αυτό θα σε βοηθήσει, να βλέπουν ότι τα’μπλεξες με σούργελο – και μάλιστα τυφλό σούργελο... να πηγαίνω καλύτερα!

- Οχι, θα κάτσεις, πάμε μέσα!



Κι έτσι αγκαλιά-με-το-στανιό μπήκαμε μέσα σε μια αίθουσα με καμμιά 100στή γερόντια να έχουν γκαβωθεί τελείως. Εκατσα στη γωνιά μου να μη δίνω στόχο, μασούλιζα διακριτικά το παξιμαδάκι μου όσο ο φίλος μου πήγαινε από τραπέζι σε τραπέζι για τα δημοσχετίστικα, και προσευχόμουν να μη φαίνομαι (πολύ). Αλλά όταν είναι κανείς εκ γενετής Μπόζο, το τάλαντον τον ακολουθεί παντού...

Κατάφερα να πω «Να ζείτε να τη θυμόσαστε την αγαπημένη σας!» στην αδερφή της θείας, που τη μισούσε θανάσιμα κι ήθελε να πάρει εκείνη τα σπίτια.

Επίσης να σηκωθώ να δώσω τη θέση μου και αντί αυτού, να πατήσω ένα τσιχουάουα (μα ποιός διάολος φέρνει αυτά τα ποντίκια με λουρί σε κηδείες?! Μια γιαγιά-μούμια με Ρωσσίδα συνοδό και κοτρώνια κοσμήματα, να ποιός) ΚΑΙ να κοντέψω να φάω μήνυση από την εν λόγω γιαγιά που κούτσανα το σκατόσκυλό της.


Και το καλύτερο, να μου πέσει το πορτοφόλι και να το μαζέψει ένας μαθουσαλίξ, προλαβαίνοντας να κοιτάξει τις φωτογραφίες που έχω μέσα, οπότε να ακολουθήσει ο χαριτωμένος διάλογος:

- Αααα, τι όμορφα παιδάκια, δικά σας είναι?

- Οχι, του γείτονα!

- Πιο δυνατά, έχω λίγη βαρηκοία, του γείτονα είπατε?

- Οχι, πλάκα έκανα, δικά μου είναι!

- Με το γείτονα είπατε?

- Οχι, με άλλον!

- Α, είναι από διαφορετικό πατέρα? Κι ο γείτονας?

- (ε ρε πούστη μου!) Οχι, δεν... πού να σας εξηγώ τώρα!

- Η μαμά του Χριστόφορου το ξέρει ότι έχετε παιδιά?

- Εμ, όχι, δεν το έχουμε συζητήσει ξέρετε...

- Γιατί, κρυφό το έχετε?

- Οχι, εγώ ξέρετε...

- Είστε τουλάχιστον χωρισμένη?

- (φτ! φτ!) Οχι, εγώ ξέρετε-

- Α, βλέπω και βέρα (δεν την είχα βγάλει η κρετίνα), άρα δεν έχετε χωρίσει όντως...

- Ε, να σας πω την αλήθεια-

- Ο Χριστόφορός μας το ξέρει ότι έχετε παιδιά και με το γείτονά σας και με κάποιον άλλον, ενώ είστε παντρεμένη με τρίτον και μάλιστα δεν έχετε χωρίσει, κι ότι πάτε να το τυλίξετε το παλληκάρι μας και να του τα φορτώσετε κιόλας?

- ...

...

...

...ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΕΕΕΕΕ!!!!




συνεχίζεται...