Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2006

Το κόκκινο κραγιόν

Απόλυτα γυναίκα.


H πρώτη και μόνιμη εικόνα της μητέρας μου, τόσο ζωντανή σα να την έχω απέναντί μου: η πανωραία, η βγαλμένη από σελλυλόυντ, η φωτογραφία που από μαγικό ξεκαρφώθηκε και ζει και κινείται ανάμεσά μας...

Και δεν έχει αλλάξει τίποτε επάνω της, αυτό το αγέρωχο, το κοφτό βλέμμα είναι ακόμη εκεί, η αύρα της, το στητό της, το περπάτημα που μεριάζουν πέτρες να διαβεί... Μόνο που, να, ήρθε ο χρόνος και πες-πες, την ζωγράφισε. Ακόμη κι εκείνη πείστηκε να ρυτιδιάσει... Γιατί ακόμη και η ίδια, τόση ομορφιά δεν την χώραγε άλλο, ήθελε να σβήσουν τα φώτα από πάνω της, μόλις έσβησε ο άνθρωπος για τον οποίον γεννήθηκε Θεά.

Και μέσα σε λίγο, έσκυψε. Την λύγισε το βάρος από τόσα χαμηλώματα κεφαλιού στα πάντα, που δεν είχε κανει σε όλη της τη ζωή... Γκρίζα. Χλωμά. Παραιτημένα.

Αχ, πού είναι εκείνη η καλλονή, που τη χάζευαν όλοι στο δρόμο, με τα ανοιχτοπράσινα, ελαφίσια μάτια, που σε λύγιζε χωρίς να χρειαστεί να πει λέξη! Μίλαγε η εικόνα της, και η εικόνα της εικόνας της αντί γι'αυτήν... Η ομορφιά της σε γονάτιζε, σχεδόν πονούσες από την θωριά του απόλυτα ωραίου, παρακαλούσες να πάρει το βλέμμα της από πάνω σου να μπορέσεις να πάρεις την ξεχασμένη σου ανάσα...

(Ας ρωτήσω την κυρία που κοιμάται στο άδειο πια κρεββάτι, τη θυμάται την καλλονή μας? Την κοκέττα? Της μίλησε από τότε άραγε?)...

Κόκκινο, κατακόκκινο κραγιόν, που έβγαινε στα χέρια της στριφογυριστό & υπέροχο από το χρυσό του κυλινδράκι, και την έκανε να μοιάζει στα μάτια μου bigger than life - καθρεφτιζόταν, το φορούσε, έβαζε και λίγο ρίμμελ στα τσίνορα κι όταν πια γυρνούσε να με κοιτάξει, νόμιζα ότι πέθαινα, από ομορφιά, από αγάπη, από τα χρώματα που ανέβλυζαν από το πρόσωπό της...

Και μετά περίμενα να με πιάσει, έτσι καθιστή, να μου σκάσει εκείνα τα φιλιά "του αέρα", να μην χαλάσει το κραγιόν...

Το εισητήριο στον προορισμό "Γυναίκα"...

Την επαφή μου με την πραγματικότητα, μια κι εγώ ήμουν ήδη αλλού, στο "τότε" που θα ήμουν πια κι εγώ γυναίκα με κατακόκκινο κραγιόν...

Εμπαινε μετά ο πατέρας μου στο δωμάτιο, κοιτιόντουσαν με εκείνο το βλέμμα που καταλάβαινα ότι έκρυβε μεγάλη λαχτάρα, αλλά ποτέ δεν γλύστραγε σε μας, "ποτέ μπροστά στα παιδιά!"...


Και την κοίταζα θαμπωμένη, και ήθελα να γίνω έτσι, τα ήθελα όλα, και την ομορφιά της, και τον αέρα της, και το που έμοιαζε με σταρ του Χόλλυγουντ με λίγο μόνον κραγιόν, και το που μπορούσε να μαγνητίσει τον πατέρα μου λες και την συναντούσε πρώτη φορά... Κάθε φορά...

Δεν μπορούσα να την ζηλέψω, ήταν όλος μου ο κοριτσίστικος κόσμος, η Μοργκάνα που μού'δειχνε λίγα από τα μαγικά της... Κι ούτε τον πατέρα μου ζήλευα, ήταν όλος δικός της και τους ήθελα μαζί. Για πάντα! Ενα, που δεν χώραγε ούτε εμάς. Ειδικά όταν φόραγε το κραγιόν της...

Και μετά τα τακούνια της, το φόρεμά της, ολόκληρο, όχι φούστα-μπλούζα, το άρωμά της, το θρόΐσμά της σε κάθε της βήμα, τη σιγουριά της - ήξερε τα πάντα η δική μου η μητέρα, ήταν η Φύση που έκανε τα μάγια της κι όλοι χάζευαν...

Να μετά στα καλέσματα οι σπόντες από τις άλλες κυρίες, "μα τι βάζεις χρυσή μου πια, για να λάμπεις τόσο..." και να πέφτουν τα πηρούνια των ανδρών...) Κι εκείνη δεν τις έβαζε τις κρέμες που της έφερνε ο πατέρας μου από τα ταξίδια του - τι να της έκαναν, σιγά! Λαμπύριζε, έκαιγε, έτριζε από μέσα της, και όταν νόμιζε πως δεν την έβλεπε κανείς, άφηνε λίγη λάμψη από τα μάτια της, ίσα να φωτίσει λίγο τις σκιές της... τις πολλές σκιές της, τα χρόνια τα δύσκολα...


Τα είχε στολισμένα τα καλλυντικά της πάνω στην τουαλέττα της, σαν μικρά μπουκαλάκια γεμάτα υποσχέσεις- η Μοργκάνα μου όμως δεν τις χρειαζόταν τις υποσχέσεις αυτές, ήταν η ίδια μια υπόσχεση... Οτι θα μεγάλωνα κι εγώ, ότι θα τύλιγα τους άλλους σε σαγήνη με άρωμα γαρδένιας, ότι τίποτε δεν θα άλλαζε πραγματικά και ο χρόνος θα πάγωνε μ'εκείνη πάντα νέα...

Φόραγε το καλσόν με βαμβακερά γάντια, για να μην φύγει πόντος, μου ψυθίριζε γελαστά "Μόλις γίνεις μεγάλη, θα στα δώσω όλα, μ'ακούς?" και το τρυφερό της χέρι που σήκωνε τον κόσμο όλο την μέρα, εκείνες τις ώρες άγγιζε -απαλό- το μάγουλό μου σαν εκείνα τα "αόρατα" φιλιά...

Πώς είναι οι ήχοι πριν βγει ο ήλιος? Που δεν είναι νύχτα πια, δεν έχει όμως στάλα μέρας ακόμη... Που για λίγες στιγμούλες έχει αγιάζι ακόμη και κατακαλόκαιρο, πριν χαθούν τ'αστέρια, εκεί, που νοιώθεις τον παλμό, συντονίζεσαι με τη ζωή που ξυπνάει, ε, αυτή ήταν!


Μαμά μη φεύγεις, δεν είμαι ακόμη αυτή η γυναίκα, δεν θα τα καταφέρω ποτέ να γίνω, οσα κραγιόν δικά σου και να βάλω... Δε γίνεται σου λέω, δε γίνομαι...

Σ'αγαπώ!



Aphrodite said.... in post "My Fair Ladies", 10.04.06. Αν θέλετε, μπορείτε ν'αφήσετε τα σχόλιά σας εδώ.