Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2006

Δύσκολοι Καιροί για Ζωγράφους...

(Μωρ' δε γινόμουν καλύτερα ψαράς!)


Φρρρ- ΧΡΡΡΚΡΑΑΑΑΤΣ! (Ωχ, πάει το μπυροπότηρο, πάει κι ο πίνακας... Εχω δίκιο όμως!)

«ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ ΕΚΕΙ? ΤΙ... Μα είσαι σοβαρή?... Καλά, τον πίνακά μου?» (αποσβόλωση προσωποποιημένη, χτυπάει στο μάτι η αξυρισιά του).



«ΧΕΣΤΗΚΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΙΝΑΚΕΣ ΣΟΥ! Αμα θέλεις, γίνεσαι λιώμα και φτάχνεις για πλάκα 10 τέτοιους στην καθησιά σου, που μου λες ότι κάνεις ένα μήνα τον καθένα! Ασε τα πινέλα κάτω (φόρα!), θα τον σκίσω, μα την Πανα-»

«ΚΑΤΣΕ ΗΣΥΧΗ ΣΟΥ ΛΕΩ! Φέρε τα πιν- (μικρή, κούφια συμπλοκή). Φτάνει! Βαρέθηκα με τις υστερίες σου! (απόκρουση) Τι σού’κανα πάλι τώρα, μου λες?»

«Τι να μού’κανες μωρέ παπάρα, τίποτα δε μού’κανες, τ’ακούς? ΤΙ-ΠΟ-ΤΑ! (όπα βήμα ένα πίσω). Ζεις εδώ και είναι σα να μην υπάρχεις, μέρα-μπαίνει-μέρα-βγαίνει, εσύ εδώ, με τις μπογιές σου και τα καβαλέττα σου! Α, για να μην ξεχνιόμαστε, και μια ολόκληρη παρέλαση θαυμαστριών!»

«Τώρα οι φοιτήτριες απ΄την Καλών Τεχνών σε πείραξαν? (την πείραξαν? Λες?) Είχε και δυό άντρες μέσα αν θυμάσαι!» (την πείραξαν! Χα!)

«Εγώ θυμάμαι που μπήκα κι είδα τα ξελιγωμένα τα 20άχρονα να σε κοιτάζουν με λατρεία, λες και θα θαμπωνόσουν και θα τα πήδαγες για να τους κάνεις έκθεση μετά! (όχι σκηνή ζηλοτυπίας ηλίθιε, φροντίζω τα κεκτημένα μου...)


"Εχεις πρόβλημα, έχεις σοβαρότατο πρόβλημα! Από τη ζήλεια σου δεν ξέρεις τι λες- με κάνεις και ασφυκτιώ κοντά σου! (Σκύλα! Αμάθητη, αμόρφωτη, ακαλλιέργητη!). Γι’αυτό κι εξαφανίζομαι με τις ώρες εδώ χάμω, γι’αυτό κι έβαλα και κρεβάτι στο εργαστήριο, να μη χρειάζεται καν ν’ανεβαίνω επάνω και να κοιμάμαι στο κρεβάτι μας-»

«Λες μαλακίες και το ξέρεις, ο μόνος λόγος που δεν ανεβαίνεις επάνω είναι γιατί σου τη σπάω που δεν ψαρώνω πια μαζί σου, που δε μου κάνει αίσθηση το πόσο μάγκας το παίζεις στους απ’έξω, που δε με νοιάζει και Νόμπελ καλλιτεχνίας να φέρεις! ΔΕ ΜΕ ΝΟΙΑΖΕΙ! (εκπνέει η ώρα σου στα φώτα ρέεεε...) Αυτά είναι για εσωτερική κατανάλωση στη Σχολή και τίποτε άλλο!»


«Εχεις γίνει εκτός από ανυπόφορα ζηλιάρα, κι άντρας τελικά. Αυτό είσαι, καιρό το έψαχνα, αλλά νά’το, ΑΝΤΡΑΣ!» (τσούζει?)

«Τι να γίνει, αφού εσύ έπιασες εργολαβία το να είσαι ΓΥΝΑΙΚΑ, τι θες να κάνουμε? (τσούζει γαμισέ τα!). Ποιός θα κανονίζει τις δουλειές, ποιός θα κρατάει το σπίτι, ποιός θα σου κάνει τις δημόσιές σου σχέσεις, που αν δεν ήμουν εγώ ούτε έναν πίνακα δε θά’χες πουλήσει? Ποιός στα κάνει όλα για να κάνεις το κέφι σου εσύ? Ε? ....

Ζωγραφική είναι αυτή? Ε? (κι άλλη φόρα, βαριεστημένη όμως). Μ’αρέσει που κάθε 2-3 χρόνια το γυρνάς και καλά το στυλάκι, μη σου πούνε ότι παραμένεις στάσιμος. Παρωχημένε, ε παρωχημένε! Εγώ μόνο ξέρω πόσο πολύ αντιγράφεις... Αλλά είσαι τυχερός, ζούμε στην Ελλάδα, δεν έχουν όλοι την κουλτούρα να καταλάβουν πόσο μα πόσο ξεπατικώνεις. Κοιτάνε τη τζίφρα σου και τσουπ! Να’τος ο Γιαρδάρογλου σετάκι πιάνο-κουρτίνα-τζάκι... Και με αποφεύγεις κιόλας! Α ρε κακομοίρη, μόνο στην αρχή μου ήσουν με τις γλύκες, να με καπαρώσεις...»



Ευτυχώς που είχανε πισίνα. Κι ως εκ τούτου, και καθαριστή πισίνας. Θα του κλήρωνε σήμερα. Rolex ρολόι, δεύτερο, ναι. Ηταν indeed πολύ φουρκισμένη. Επρεπε μες τη βδομάδα να φτιάξει τα χαρτιά για τον πολιτικό γάμο, μη γίνει καμμιά στραβή και της τον έτρωγε καμμιά μικρή τώρα. Ναι, θα σας κάνω αρχείο αγαπητέ, ίσως και κά’να μουσειάκι, να κεφαλαιοποιήσω και τ’όνομά σας το βαρύ, αλλά όχι με τους όρους σας... Βάλατε κύρος? Εβαλα μνι! Φήμη? Μνι! Χρόνια, θεσάρες, αναγνώριση, κύκλωμα? Μνι! Σφιχτό. Τριζάτο!

Α ρε κόπανε, νά’ξερες πόσο σ’αγάπησα κάποτε... Κι εσύ εκεί, μόνο στους πίνακες. Εσύ και τα πανιά σου, οι μπογιές σου, οι φωτισμοί σου. Τιννννασουπώ... Κάποτε με περιποιόσουν, με φλερτάριζες, με είχες και με χάζευες με τις ώρες. Να μη χάσεις ανάσα μου στον ύπνο. Κι εγώ ξημερωνόμουν όποτε είχες έμπνευση, κάτσε εδώ, όχι το χέρι έτσι, όχι το πόδι έτσι, όχι το πόδι γιουβέτσι...



Τώρα, τις λίγες τις κουτσουρεμένες φορές που προσπαθούσες να κερδίσεις το χαμένο έδαφος, δεν μπορούσες καν να καταλάβεις ότι σε λίγη μόλις ώρα... «φτερνίζονταν» μία πνιχτά τα κάτω μου κι όξω! Πού η γλύκα του «έλα, πέρασε, κούρσεψε, πόνεσε, γλύκανε, άδειασε, μείνε μου»...

Δεν ξέρω πια αν σ’αγαπώ. Δεν το ξέρω εδώ και πολύν καιρό. Ξέρω μόνο ότι εσύ αγαπάς το πάθος σου με πάθος, κι εγώ δεν χωράω. Πρώτα δικηγόρος, μετά pool boy. First business, then pleasure! Πούν΄το κινητό?

Επιμύθιον:
Αν δεν «ζωγραφίζεις» τη γυναίκα πού’χεις δίπλα σου, να της κάνεις το πορτραίτο της πάνω της, ταμένος -στα γόνατα- με χίλια χείλια και λίγα μάτια , καλύτερα παράτα τα πινέλα... Αφού ξυνό θα στο βγάλει, τι παιδεύεσαι?....



Πάμε τώρα μία αλλαγή σκηνικού:

Δε μπορούσε να κοιμηθεί. Ηταν καιρός που του συνέβαινε αυτό, να θέλει το σώμα να ξεκουραστεί. Ολη μέρα όρθιος βλέπεις, αφού δε μπορούσε να δουλέψει καθιστός παρά μόνο για τα γεμίσματα. Αλλά το μυαλό του, εκεί, ακάθιστος φρουρός, μη χάσει τελεία από την κουφόβρασή του, τον λευκό τον θόρυβο που σκέπαζε όλα τ’άλλα...



Καθόταν στον κήπο, σε μια σκιά, στα πανάκριβα teak του έπιπλα, κι ένοιωθε το χλώριο από δίπλα στα ρουθούνια του. Γουλιά χυμός, παύση, ξανά γουλιά. Μπουκιά όμως τίποτα. Χωρίς καφέ (ομοιοπαθητική γαρ), χωρίς τσιγάρο (στεφανιαία), χωρίς ποτό (σηκώτι), χωρίς εφημερίδα (τον τάραζε), μόνον εκείνος και τα χρώματά του, τα απ’έξω του, crisp & sunny, και τ’απομέσα του, thick & gloomy… Αχταρμάς!



Χμμμ...

Για να δω, δύο παραγγελίες, ένας ακόμη για τη γκαλλερί, τελειώνω κι αυτόν με τα σπατουλάκια, το νέο πείραμα, να δω τι θα βγει, τέσσερις. Κι ένα που μου τον λέρωσε η άλλη χτες, να δω, κολλάζ θα τον κάνω, μεικτή τεχνική (γελάκι)... Θα τον σώσω, δε με παίρνει χρονικά. Πέντε. Αν δουλέψω με όρεξη, αρχές είμαστε, μέχρι τέλος του μήνα θα τα τελειώσω, να δω και τα προσχέδια της έκθεσης μετά...



Τα πρακτικά δεν τον έσωζαν αυτή τη φορά. Το να τελειώσει ή να μην τελειώσει τους πίνακες, δε μπορούσε να τον απορροφήσει τόσο ώστε να χαθεί στη μαγεία όπως στην αρχή. Ποιά αρχή, μέχρι και πριν από λίγους μήνες, που όλο έβρισκε κάτι καινούριο να βγάλει... Ζωγράφιζε με τέμπερες, σκόνες & λάδια στην αρχή, έκανε όλες τις τεχνικές που του είχαν μάθει και μετά, μόλις «έπιανε» κάτι σε άλλον, δοκίμαζε ένα σωρό πράματα μέχρι να του βγει η «αίσθηση», η «εικόνα» στο κεφάλι του.


Τι περίεργο, άλλο είχε στο μυαλό του, άλλο του έβγαινε στο τελάρο, καμμιά φορά τόσο διαφορετικό που τον ξάφνιαζε. Δεν πειράζει, ήταν ως τώρα αληθινά και καλά όσα έφτιαχνε, μιλούσαν μόνα τους. Τα έβλεπε ο κόσμος και ταξίδευε, του έλεγαν. Αλλά εκείνο το «χάσιμο», εκείνη τη μέθεξη που ζούσε όταν ήξερε ότι έβγαζε κάτι πραγματικά σπουδαίο, αυτό είχε χαθεί...

Πού θα το ξανάβρω, πού... (όρθιος, βήματα, ήλιος που ανεβαίνει). Ενας έρωτας? Μπα, ούτε κι αυτός... Οι πίνακές μου, τα παράθυρά μου... Ολοι τα βλέπουν σαν παράθυρα για έξω, σα να μπαίνει φως και η θέα να τους κάνει να δραπετεύουν σ’άλλους κόσμους. Εγώ ανάποδος! Παράθυρο για μέσα (γουλιά). Ωπα... Κάτσε να το πιάσω, παράθυρο για μέσα...



Αυτό είναι! Είμαι ήδη βουτηγμένος στις αισθήσεις και τα εκτυφλωτικά που δε μπορώ ούτε ένα λεμόνι να δω με κίτρινο χωρίς να ξεφωνίζει το μωβ στις σκιές του. Δε μπορώ να φχαριστηθώ ένα ηλιοβασίλεμα, μια σκηνή, έναν άνθρωπο χωρίς να με πιάνει η μούρλα να τον ζωγραφίσω εκείνη την ώρα και να βλέπω κιόλας τον εαυτό μου να το κάνει... Πού θα πάει όμως αυτό, συνέχεια να είμ’απ’έξω, να τα βάζω στο πανί, αλλά να θέλω, να λυσσάω για το «μέσα»... Να βάλω ανεμόσκαλα να μπω απ’το παράθυρο στο δωμάτιο... Μέσα... Εντός... Να βρω μιαν αγάπη... Ενα ξέσκισμα σάρκας?




Μπα, όχι πια. Μιαν αγάπη, να με ταξιδέψει κι εμένα, χωρίς να χρειαστεί να δείξω οτι καταλαβαίνω απο χρώμα, από σύνθεση, από όγκους & φωτοσκιάσεις να πάρει! Χωρίς να βλέπει και να κρίνει, παρά μόνο ν’αγαπάει- και να μη μιλάει! (κουρασμένο γελάκι).

Σώνει, έχω ακούσει αρκετά να μου φτάσουν για όλη μου τη ζωη... Θέλω να μπω - χωρίς ατζέντη, χωρίς γκαλεριστα, χωρίς κοινό, χωρίς κριτικούς, κυρίως αυτούς. Θέλω να είμαι αυτό που μένει όταν είσαι μόνος σ’ερημονήσι, κι αυτό να το έχω στο δωμάτιο. Και να κλείσω το παράθυρο να μην μπει κανείς. Και να μην βγει η αγάπη μου...



Ανέβηκε ήλιος αρκετά, άρχιζε από μακρυά η βοή της πόλης (πόσο μακριά να πας για να ξεφύγεις?), όπου νά’ναι θα ξύπναγε και η «σύντροφος»... Τι να μου πει κι αυτή, τόσα χρόνια την έχω εδώ μέσα, να κάνει, να ράνει, κι όλο γύρω μου να γυρίζει, όλα για μένα...

Το ήξερε όμως, δε γινόταν αλλιώς. Το δώσιμό μου ήταν στη ντρόγκα μου, τις ζωγραφιές μου. Κι αυτή έγινε μέρος τους, και καλό μάλιστα. Τώρα όμως ήθελα τα πιο αφηρημένα. Το σώμα το αλαβάστρινο κάποια στιγμή διαφανεύει, δεν το βλέπεις, πας στο «φως» που βγάζει και στην «αίσθησή» του, να την αναπαράγεις με μάτια κλειστά στο καβαλέτο... Δε σημαίνει οτι δεν την αγαπώ πια, αλλά...


Πού να τα καταλάβει όμως εκείνη! Του γυάλισε το θράσσος, το αγυάλιστο, το ζουμερό που είχε, φάτα Θωμά τώρα... Και να πηδιότανε, δεν θα «του» πηδιότανε, δεν πλησίαζε καν. Ο,τι ήθελε, για ευχαριστώ θα της τό’δινε, όχι για αντίτιμο. (τέντωμα, τρίψιμο ματιών, φόρεμα πουκαμίσου).

Αντε, καλή μέρα νά’χουμε, να βγάλουμε και κά’να φράγκο. Να τα χώσω όλα τον επόμενο τηλεμαραθώνιο, να πιάσουν τόπο...


Κι άλλη μία αλλαγή σκηνικού...

«Τι μυστήριος ρε πούστη μου ο Θωμάς... Καλλιτέχνης! Μόνο που δε μου το’κλεισε στα μούτρα! Τι πήρα να του πω? Οτι επιτέλους η Τουλουμοτύρογλου θα πλήρωνε εκείνο το πάνελ για το σαλόνι της, και μάλιστα θα έδινε και... μπόνους η νεόπλουτη (άκου μπόνους!) γιατί στη δεξίωση χάζεψαν ακόμη και οι δυσκοίλιοι γνώστες & συλλέκτες φίλοι της. Ηταν τόσο ενθουσιασμένη όταν με πήρε, μου έλεγε για ανάταση, για προσκύνημα, για πέρασμα, ποιός ξέρει πόσα άλλα ωραία της είχαν πει και δεν ήξερε καν να τα μεταφέρει...




Α ρε Θωμά, νά’ξερες πόση αξία έχεις, που κάθεσαι, τραβάς μια πινελιά κι ανοίγεις δρόμο! Ξεπετάς πίνακα στο διήμερο! Πώς διάολο τα καταφέρνεις ρε μπαγάσα και κάνεις τους πίνακες σου να μιλούν, δεν ξέρω... Πώς κάνεις τους ανθρώπους να ΣΤΑΜΑΤΟΥΝ για να κοιτάξουν... Και να βλέπεις το βλέμμα τους το καταμαγεμένο. Να πηγαίνουν μετά για λίγο σαν υπνωτισμένοι... Σχετικοί, άνθρωποι της πιάτσας, που δεν εντυπωσιάζονται, κι έχουνε δει πολλά τα μάτια τους, μαγεμένοι. Α γεια σου. Μαγεμένοι, συνεπαρμένοι. Αλλά κι άσχετοι.Ακόμα κι αυτοί!
Τς τς τς...»


Aphrodite said... in nikosdimou blogspot, post "Παράθυρα σε άλλον κόσμο", 17.05.06