Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2006

Αγαπημένα μου Χριστούγεννα.

Επί χρόνια, θυμάμαι τα Χριστούγεννα, ρεβεγιόν οικογενειακά, και μετά... ολονύκτιο προσκύνημα σε κλαμπς κι έρωτες ατέλειωτους. Ενα ξόδεμα νιότης άνευ προηγουμένου, να κατασπαταλιόμαστε σα να μην ξημέρωνε ποτέ! Και βέβαια, να καταλήγω σούρνωντας μετά γυαλιών ηλίου στο σπίτι, ήδη ξημέρωμα και βάλε για!


Να μπαίνω στο σπίτι λίγο πριν ξυπνήσουν όλοι (αργά, λόγω ημέρας), να γλυστράω με την ψυχή στο στόμα, γιατί βαριόμουν τα "Είπαμε, εντάξει, αλλά τι ώρα είναι αυτή?!" τροπάρια. Ντους ιπτάμενο, να βγάλω ώρες κραιπάλης από πάνω μου, και να ξαναντυθώ τις ευπρεπείς αρκουδονιανιά πυτζάμες μου. Να προλάβω έστω λίγη χειμερία νάρκη μέχρι το εορταστικό εγερτήριο σε λίγες ώρες. Το σώμα να κοιμάται πριν το κεφάλι μου ακουμπήσει στο μαξιλάρι...

Λίγο, ελάχιστο λήθαργο αργότερα, τυμπανοκρουσίες κοντά στις 2 το μεσημέρι, τελευταίο όριο του "Πάλι ρεζίλι γίναμε! Τι ώρα πρέπει δηλαδή να τρώμε?!". Χριστουγεννιάτικο τραπέζι πολλών αστεριών και καρατίων, αντάξιο γκουρμέ περιοδικών, καλεσμένους έτοιμους για κατασπάραγμα της Μαγειρικής της Μάνας μου (κεφαλαία τα Μ, με φωτάκια). Χριστουγεννιάτικες συναυλίες Βιέννης να ντουντουνίζουν, συζητήσεις να πετάνε σε όλο το σαλόνι, από τη μία μεριά στην άλλη, χωρίς αλάρμ και να μην ξέρω πού να κρυφτώ να μη με στουκάρει καμμιά ("Πωπωπωπωωωω, πώς μεγάλωσες έτσι εσύ?!") και να πρέπει ν'απαντήσω...

Εγώ να μη θέλω τη ζωή μου, αλλά να χτυπάω φιλότιμα τρεις παρακεταμόλες και τσουπ! ορίστε, κάθομαι πειθήνια στο τραπέζι, κάρφωσα και χαμόγελο "Ναι, συνέρχομαι από μια ιωσούλα, μη μου δίνετε σημασία...". Τρεις μπουκιές σαλάτα με το ζόρι και κλωθογύρισμα στο πιάτο, ανάμεσα σε πολύ νερό (αφυδάτωση γαρ...). Μισόκλειστα μάτια γιατί το φως πολύ, κουρτίνες τέρμα ανοιχτές και φώτα μαζί, έλεος! Γιορτάζουμε, σαφώς, αλλά μπορώ να πάρω ένα πιστωτικό να ξαναπεράσω αύριο παρακαλώ?

Να ψοφάω από νύστα και πονοκέφαλο (όχι χανγκόβερ καθώς αλκοόλ στάλα), να μην αντέχω τίποτε δυνατότερο από ψίθυρο, να περιμένω τι και πώς την ώρα που θα φτάναμε πια στο γλυκό/καφέ και άρα και στα δώρα. Ναι, τα δώρα τα μεσάνυχτα ακριβώς, αναβλήθηκαν για την επόμενη, μόλις μάθαμε πια ότι ο Αη-Mallίλης δεν υπάρχει, οπότε ποιός ο λόγος να τους ξαγρυπνάμε τους έρμους τους γονείς?

Αντε λοιπόν ν'ανοίξουμε και τα δώρα τα εντελώς λάθος, και να ευχαριστήσουμε ευλαβικά το σόι όλο για το νιοστό πρασινωπό (ευφημισμός του καμπινεδί) πουλοβεράκι, και να περιμένω κόβοντας φλέβες με μαχαιράκι βουτύρου, to no avail, το εξιτήριο απ΄το βασανιστήριο...

Αλλά επί όλα αυτά τα χρόνια, το καλύτερό μου βασανιστήριο!

Αναρωτιέμαι, ήξεραν άραγε οι γονείς μου, που τους ρεζίλευα κανονικά με τα μούτρα μου να σέρνονται στο πάτωμα, με τη σνομπαρία μου στη Μαγειρική (φωτάκια!) και με τη βαθυστόχαστη επικοινωνία μου με "ναι/όχι", πόσο τρελλά χαρούμενη ήμουν μέσα-μέσα όλα αυτά τα Χριστουγεννιάτικα Μεσημεριανά? Πόσο ευγνώμων ήμουν που ανέβαζαν ολόκληρη παράσταση για να περνάμε καλά εμείς, τα παιδιά (ήδη ολόκληρα γαιδούρια, αλλά παρ'όλ'αυτά παιδιά άκόμα στα μάτια τους)?

Δεν θα τους το έλεγα πάντως ποτέ. Ακόμη και τώρα, ακόμη πιο ολόκληρη γαιδούρα, ντρέπομαι φριχτά. Για μια υπόληψη ζούσα, μια ξερολίαση κι ένα ατρόμητο, πού χώρος για συναισθηματισμούς!

Εσύ τώρα πάντως που με διαβάζεις είναι άλλο, δεν θα τους το πεις, έτσι δεν είναι?