Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2006

Δικό μας σχέδιο ή πατρόν?

Πού'ν οι ταξιθέτριες όταν τις χρειάζεσαι?...


Τρεις γυναίκες.

Σ’ένα παγκάκι.

Παραλία. Μπροστά η ίδια θάλασσα που ήταν και τότε που πήρε τη μεγάλη απόφαση.

Μόνο που τώρα ούτε αυτή βοηθάει. Μετράει ήσυχους, ξέπνοους παφλασμούς. Σσσσσσσσς, άμμος φαίνεται, πρρρλσς, αφρός την κρύβει...


Ξημέρωμα ζεστής μέρας. Δροσιά κρατημένη με τα δόντια, πίσω η πόλη κοιμάται ακόμη. Και μόνο που είσαι ξύπνιος τέτοιαν ώρα και νοιώθεις τον ύπνο να βαραίνει τους άλλους, είναι σα να κάνεις κάτι πολύ σπουδαίο. Σα να μην είναι κοιμισμένοι, αλλά αποκοιμισμένοι, όσο εσύ έχεις χωρίσει τη θάλασσα στα δύο, τον χρόνο επίσης και κάθεσαι και λες ωρρραία, τώρα τι να πρωτοκάνω, τι? Ακόμη κι αν απλώς κάθεσαι σ’ένα παγκάκι. Οι ξύπνιοι στο φόντο κάνουν δυσανάλογο -για την αγγαρία τους να είναι τα «γεμίσματα» της ιστορίας μας- θόρυβο.

Η γυναίκα στη μέση, κάθεται και κοιτάει το κενό που τη χωρίζει από τη θάλασσα κι όλα τα υπόλοιπα. Εχει την πιο δυσκολοδιάβαστη έκφραση που μπορούν να πάρουν αυτά τα χαρακτηριστικά: ούτε αμιγώς θυμωμένη, ούτε αμιγώς χαρούμενη, ούτε αμιγώς θλιμμένη / τρομαγμένη / ευτυχισμένη, αμιγώς τίποτε ή μάλλον, τελικά όλ’αυτά... Αυτό το «τα έχω δει όλα, τα έχω κάνει όλα» ύφος, πριν να κάνεις αυτό που δεν έχει καμμιά σημασία αν θα γίνει τελικά ή όχι. Αφότου έχουν προηγηθεί όλα τ’άλλα, ποιό το νόημα...

Δεξιά της η δεύτερη γυναίκα, μεγαλούτσικη, φορτωμένη συνήθως όλα αυτά που οι αντικερί αποκαλούν με θαυμασμό «κομμάτι», πολλά μαζί, ντρίγκι-ντρίγκι στο τσακ. Σήμερα όμως δεν, μόνο βαρύ άρωμα, πορφυρένιο και χρυσό. Γνώση των μελλούμενων τη φορτίζει, αλλά αντέχει. Μοιραλλίς, κάνει ρίμα με το «Αμαρυλλίς».


Αριστερά της η τρίτη γυναίκα, νεαρή, σκορποχώρι εντελώς, από εκείνες που στην καλύτερη τις απολαμβάνεις για την jazz αίσθηση που σου αφήνουν, και στη χειρότερη τις διαολοστέλνεις γιατί τόσο χυμαδιό να γελάει στα μούρα σου δεν αντέχεται. «Τυχωραία», κάνει ρίμα με το «Πανωραία».

Κρατάει κι ένα κοιμισμένο μωρό στην αγκαλιά της, ξεκάλτσωτο, ξεσκέπαστο, αλλά που φαίνεται χορτάτο απ’όλα - άσε που και στον ύπνο του, χαμογελαστό είναι. Την «Πιθανότητα», νικ «Βaby-τούλα / Τουλάκι».


«Ε, λοιπόν», γυρνάει η μεσαία, τις κοιτάζει μία-μία στα μάτια, «σας βαρέθηκα! Δε πα να μου λέτε ότι με αναλάβατε από τότε που γεννήθηκα, ότι ήμουν το αντιπροσωπευτικό κορίτσι για να δείτε ποιά θα με κερδίσει τελικά με το θάνατό μου, ότι είστε εντεταλμένες από το παγκόσμιο πλάνο, ότι όλοι οι συμπαντικοί νόμοι θα καταρρεύσουν έτσι και τολμήσουμε να παραπονεθούμε, είτε εγώ, είτε ο άλλος ο κακομοίρης, το αγόρι-αντιπρόσωπος, ΦΤΑΝΕΙ! ΣΑΣ ΒΑ-ΡΕ-ΘΗ-ΚΑ!».


Σηκώνεται, φούρκα παντού της, μερικά βηματάκια, σταυρώνει τα χέρια (οι δύο πίσω της κοιτάχτηκαν, χαμόγελο «Α, μάλιστα, είναι ή ώρα του παιδιού τώρα, υπομονή, πόσο θα πάρει...»).

«Και ξέρετε τι δεν καταλαβαίνω?» γυρνάει απότομα και τις καρφώνει με μάτια-ξυράφια, «Αν αυτοκτονούσα τελικά θα κερδίζατε το στοίχημα κι οι δύο. Εσύ Μοιραλλίδα («Ποιός, εγώ?») γιατί το είχες στα τεφτέρια σου, τα διπλοκλειδωμένα μη χέσω! Κι εσύ Τυχωραία («Αχ, ωραία, για μένα μιλάει τώρα!») γιατί ήξερες να μη μου στείλεις αυτόν που θα μ’έσωζε, θα τον κράταγες με τρικλοποδιές μη τυχόν – ΜΗ ΤΥΧΟΝ! Τι λέω Θεούλη μου! - και πλησιάσει και σου χαλάσει τη σούπα! Γιατί λοιπόν δε μ’αφήσατε?»


Οι άλλες ανακαθίζουν, χέρια στρώνουν μαλλιά, ισιώνουν πιπίλα, ξεζαρώνουν φορέματα, ο,τιδήποτε από το να την κοιτάξουν. «Εεεε, ναι, τι καλά που τα είπαμε, να πηγαίνουμε τώρα!» τραγούδησε η Τυχωραία κι έκανε να σηκωθεί. «Μην τολμήσεις! Μου χρωστάς μιαν απάντηση! Εσύ πρώτη, γιατί?»

«Ουφ, πολύ κουραστική έγινες, αφού θες να μάθεις, ορίστε: αν έκοβες τις φλέβες σου, επειδή δεν ερχόταν ο πρίγκηψ να σε σώσει, δε θα μάθαινες να τα καταφέρνεις μόνη σου! Ούτε θα έμενες με την αιώνια χαρούμενη νότα μετά την κάθε σφαλιάρα που σου πέταγε το Αφεντικό. Τι έμαθες? Οτι δε μπορεί, μετά τα κλάμματα έρχονται και γέλια. Δέκα με τόνο! Κατάλαβες? Αίντε, φεύγω, πάω πριν ξυπνήσει το Τουλάκι.»

Ξανακάθεται η μεσαία στο παγκάκι, δίπλα στην άλλη. Δεν καταλάβαινε Χριστό. «Για πες κι εσύ, μπας και βγάλω άκρη...». Η άλλη δεν μίλαγε.

«Εεεμ, δεν είναι εύκολο ξέρεις..» είπε τελικά.

«Δε με νοιάζει, θέλω να τ’ακούσω!». Στήθηκε ν'ακούσει. Τίποτα περιττό απ'έξω της, τίποτα λιτό από μέσα της...


«Εντάξει, εντάξει... Δε μου λες, δε σου έχουνε πει τόσα χρόνια πως ότι έχω εγώ γραφτό, αυτό και θα συμβεί? Πώς ό,τι του μέλλει του καθενός, αυτό και γίνεται, ο κόσμος νά’ρθει τούμπα? Παροιμίες, γνωμικά, προλήψεις δεν στά'πανε τόσα χρόνια? Δεν έβαζες κουφέτα κάτω από το μαξιλάρι σου, να δεις αυτόν που θα πάρεις? Μα τίποτα δεν άκουγες πια?»

«Ναι, άκουγα. Αλλά δε μπορούσα φυσικά να τα πάρω στα σοβαρά, αηδίες τώρα...»

«Αηδίες κάτι που έχει επιβιώσει ριζωμένο στα τρίσβαθα της ψυχής του καθενός σας? Μη γίνεσαι κυνική, αν ήσουν πραγματικά έτσι ούτε που θα το σκεφτόσουν με το ξυράφι..»

"Μα τι μου λες, αφού έτσι ή αλλιώς θα με σώζατε μόνο και μόνο για να μου τα φτιάξετε κάποια στιγμή μ’αυτόν τον πως-τον-λένε και να δείτε αν θα κάναμε και παιδάκια!"


"Και πενήντα φορές ν’αυτοκτονούσα, πάλι θα με πισωγυρίζατε! Ετσι, για να παραταθεί το στοίχημα και να σπάτε περισσότερη πλάκα μαζί μου. Γιατί όμως? Αν μ’αφήνατε, και θα κερδίζατε κι οι δύο, και θα αναλαμβάνατε το επόμενο κορίτσι κι άρα νέο στοίχημα, νέα πρόκληση, και θα έμενα εγώ στην ησυχία μου, κι ας ήταν αιώνια..."

«Χμ, εεε... ξέρεις, δε μπορείς να πεθάνεις...»

«Τι?»

"Μμμναι, δε γίνεται, μεγαλώνεις μέχρι ενός σημείου και μετά μένεις σταθερή, ακίνητη, απλώς περνάς από εμπειρία σε εμπειρία, κι όταν γεράσει το μυαλό σου –άντε, και το σώμα ίσως, κάνουμε κάτι μαγικά, στέλνουμε κάτι διαισθήσεις, κάτι περίεργα, βοηθούν κι οι άλλες που δεν τις ξέρεις ακόμη... Ε, και στο τέλος επανέρχεσαι σα να μην τρέχει τίποτα!"

"Με περνάς για ηλίθια? Τι'ν'αυτά που λες τώρα, τι αοριστολογίες-"

"Μέσα σε μία στιγμούλα σβήνονται τα ίχνη, σου μένει η αδιόρατη αίσθηση σα να το είδες σε όνειρο, σα να έγινε κάτι αλλά να μην μπορείς να το ανακαλέσεις σαν εμπειρία ή κάτι πραγματικό τέλος πάντων... Σαν καπνός, ξέρεις, τη μια στιγμή το καταλαβαίνεις με όλο σου το είναι, και την αμέσως επόμενη «βρε μπας και το διάβασα σε περιοδικό?». Κι όταν μας ξεφεύγει κανείς και πλησιάζει πολύ, ε, τότε αναλαμβάνει το Αφεντικό... Εχεις ακούσει για το τι βλέπουν στα χειρουργεία την ώρα που έρχεται ο κλινικός θάνατος και μετά ξαναζωντανεύουν, ε? Δικός μας κι αυτός, καλό παιδί, άχαρη δουλειά βέβαια, όλο θέλει ν'αλλάξει πόστο... Ξεκίνα- σταμάτα, του έχουν σπάσει τα νεύρα!"


"Καλά, με δουλεύεις τώρα?!"

"Οχι. Ειναι αυτά που σου έλεγα, μέχρι εκείνη τη στιγμή βλέπουν όλο και περισσότερα. Κι αν δείξουν ότι μπορούν να το χειριστούν και να πάνε πίσω σα να μη συμβαίνει τίποτε, και ν’αντέξουν όλο το σόι και τους γιατρούς να τους λένε ότι τα χάνουν, να τους κοροϊδεύουν, όλα καλά. Τους τη χαρίζουμε. Αλλιώς... Ε, χμ, εμμ... Κατάλαβες τίποτα?»

....

Μεγάλη παύση. Γύρω-γύρω μέρα με τα τσαρούχια, εκτυφλωτικά τσαρούχια. Κι εκείνη μαρμαρωμένος βασιλιάς...

«Εντάξει.. Δηλαδή... Καθόλου εντάξει!... Ετσι εξηγούνται πολλά, αλλά μένουν κι άλλα τόσα στον αέρα... Δεν ξέρω, πρέπει να σκεφτώ...»


Πιάνει το κεφάλι της, σα να του ξεκινάει μασάζ στα μηνίγκια. Το μάταιον. Τα χέρια της πέφτουν – είναι από τις ώρες που νομίζεις ότι το κεφάλι σου έχει φουσκώσει σαν μπαλλόνι για να δεχτεί όλα αυτά που έχεις ακούσει, αλλά το βλέπεις ότι λεπταίνει το λάστιχο και όπου νά’ναι θα σκάσει. Κι αυτό είναι που δεν ξανακολλάει, όχι το γυαλί... Εκεί μια χαρά ξαναγίνεται, απλώς φαίνεται το ράγισμα...

Σηκώνονται. Δεν θα πουν τίποτε άλλο για την ώρα.


Εχει σημασία να τις ακολουθήσουμε?

Τι παραπάνω να μας πούνε... Αφού όλοι αισθανόμαστε κάποια συνέχεια, ότι υπάρχει ένα νήμα που μόνο ψυθιρίζεται, τόσο λεπτό σαν ένα μικρούλι τίποτε. Ακόμη και στην ανάσα που το λέει, σαν τον πιο ντελικάτο ιστό αράχνης σε δάσος με φτέρες. Και μ’αυτό το νήμα πορευόμαστε, να πλέξουμε τη ζωή μας και να κάνουμε και φραμπαλάδες, έτσι, να γίνει πλούσιο στο μάτι το πουλόβερ... Ο,τι στολίδι ή πονταρισιά ή ξήλωμα θέλει ο καθένας...

Από την άλλη όμως... Σα να μας βάζει ο πελαργός κι ένα πατρόν στο ζιπουνάκι την ώρα του delivery, για το τι θα πλέξουμε. Και μας φανερώνεται σαν τράβηγμα κουρτίνας κάποιες στιγμές το πατρόν. Οταν η ζωή δίνει παράσταση για μας, δράμα, κωμωδία, μονόπρακτα, μπουλβάρ, κι εμείς απλώς παρακολουθούμε απ΄το κάθισμα του θεάτρου. Είν’όλα γραμμένα στο σενάριο, μα εμείς δεν έχουμε το πρόγραμμα. Κι ούτε μία ταξιθέτρια...


Η μήπως όχι? Το έργο ανεβαίνει κατόπιν δικής μας παραγγελίας... Λες?

Αν υποψιαστώ ότι υπάρχει ένα manual για το είδος μας, που το λένε «Πρακτική», θα πεθάνω!!!


("Το πετρωμένον φαγείν αδύνατον..." Ανώνυμος)

Aphrodite said... in doncat, post "Eνα παραμύθι...", 31.05.06