Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2006

Here Ye Snow, Here Ye Snow, Here Ye Snow...

Γλασκώβη, πολλά χρόνια πριν, τρελλά χειμώνας. Αθήνα της ζέστης και του λεπτού κρύου που περονιάζει, αλλά σε προειδοποιεί τουλάχιστον, τώρα στον Βορρά του γνωστού Βορρά. Κοντά στον Βόρειο Πόλο όσο και η Μόσχα! ΟΚ, υπάρχει και το Aberdeen, αλλά δεν πήγαινα για φαλαινοθήρας! Φοιτήτρια πήγαινα...

Από τις ηλιόλουστες μέρες μας, στο 6μηνο σκοτάδι. Να βραδιάζει όλο και πιο νωρίς, όλο και περισσότερο. Η μέρα να μην ξημερώνει. Καταχείμωνο, 2 με 4 το μεσημέρι, ίσα που πίσω από τα παχιά σύννεφα είχε ψιλοξημερώσει... Γκρι μολυβί ο ουρανός, γκρι μολύβι η ψυχή. Η δική μου. Των άλλων ήταν ένα πιο φλουταρισμένο γκρι. Δεν ήταν επαγγελματίες της ζωής. Ζούσαν με την ελαφράδα του ερασιτέχνη της. Κερδισμένοι. Εγώ... Αστα. Μεταπτυχιακά απίστευτα αγγούρια, ήθελα να κάνω τον ζογκλέρ βλέπεις! Eternal Pro. The story of my life.

Ηταν που λέτε από αυτές τις μέρες που όχι απλώς όλα πήγαιναν στραβά, αλλά ήταν το αποκορύφωμα πολλών ημερών στη σειρά, που όλα πήγαιναν στραβά. Λες κι υπήρχε συνεννόηση να σπάσουν σερί τα κατσικοπόδαρα στην πλάτη μου! Ολοι οι Ελληνες μα και ξένοι συμφοιτητές και φίλοι μου, σπίτια τους για τις γιορτές. Εγώ η Μις Γκαντέμω... Οι πιθανότητες να λυνόταν το ασύλληπτο μπάχαλο (“Sorry lluv!”) με το εισιτήριό μου για πατρίδα, πιο μηδέν κι από την θερμοκρασία έξω. Η ηρεμία μου, μπηλοζήρια, και ό,τι μα ό,τι και να έκανα, σε αεροπλάνο δεν θα έμπαινα μέχρι την επόμενη στην καλύτερη. Κι αυτό αν ακύρωνε κάποιος τελευταία ώρα...

Σκατά! Θα έμενα κασάτο ΚΑΙ 30 Δεκεμβρίου στο κρυοχώρι, το ξενέρωτο. Που από τις 23 έπρεπε να είμαι στο δωμάτιό μου στην Αθήνα, να κανονίζω εξόδους και να φορτώνω 3 projects την ώρα στον κόκκορα! Που τον είχα από το δημοτικό, τον είχα εκπαιδεύσει... Δεν είχε έρθει μαζί μου όμως στα ξένα, και ζοριζόμουν χωρίς αυτόν. Λες να ξέμενα εκεί πάνω και να ήμουν μόνη με τα βιβλία μου πρωτοχρονιάτικα? Ιικ!

Απόγευμα πλέον, όλοι να έχουν κανονίσει διάφορα, να χυλοπιτιάζω «No thnx, no thnx, next time, thnx” και να προσπαθώ να κάνω τον χρόνο να τσουλήσει... λέμε τώρα. Ηδη με full-blown S.A.D., κι ευτυχώς δεν ήξερα ότι τα αντικαταθλιπτικά είναι οκ και σε κάτω των συνταξιούχων ηλικίες... Αλλιώς θα τα έπαιρνα με τις χούφτες!

Δε μπορεί, σκεφτόμουν, όσο πιο πολύ μιζεριάσω και χτυπηθώ στην κατάθλιψή μου, τόσο πιο γρήγορα θα με λυπηθούν οι Μοίρες. Ολο τέτοιες φλόμπες έλεγα. Φώτα νέον στο κεφάλι μου μέσα: Ελλάδα. Ελλάδα, Ελλάδα, Ελ-λά-δα! Εκλεινα τα μάτια: να δεις που όλα είναι κακό όνειρο και θα ξυπνήσω στο κρεβατάκι μου... Με περίμεναν όλοι μεν, κανόνιζαν χωρίς εμένα δε... Θα γυρνούσα και τίποτε δεν θα ήταν όπως ήθελα, τα δώρα τους θα τους τα έδινα Πάσχα τελικά... Ουφ! Να σκάσω ήμουν!

30 του μηνός λοιπόν, δέκα λεπτά πριν κλείσουν τα μαγαζιά. Δε βγαίνω να κάνω μια βόλτα γιατί θα μου στρίψει? Ούτε να διαβάσω μπορούσα, ούτε να κάνω παρέα με τους εναπομείναντες flatmates – δυό Σκωτσέζες κι ένας Καναδός, αλλού φασωμένοι. Τους βαριόμουν αφόρητα. Τι να λέγαμε τέτοιες μέρες? Ελλάδα? Φραπέ, κάλαντα και μελομακάρονα? Κουραμπιέδες και δέντρο κάθε χρόνο με άλλο στόλισμα γιατί έτσι γουστάρουμε? Ρεβεγιόν και μετά σαν τους τρελλούς από πάρτυ σε πάρτυ κι από κλαμπ σε κλαμπ, όλοι οι καλοί (και οι κάλοι!) χωράνε?

Κι αν ακόμη τα έκαναν κι εκείνοι έτσι, σκασίλα μου μεγάλη! Δεν τους είχα όρεξη. Ηθελα πατρίδα. Ελειπα πολύ περισσότερο καιρό απ’ οσο μπορούσα να αντέξω, και κάθε στιγμή μακριά με τρέλλαινε.

Την ώρα που βγήκα έξω, είχε μόλις αρχίσει να χιονίζει. Ξεπρόβαλλα δεξιά όπως βλέπετε τη φωτό, πίσω από το Δημαρχείο, και ροβόλησα προς την αγορά. Δεν έβλεπα καλά από τον συνδυασμό παγωμένης βροχής, χιονιού και κόσμου που έτρεχε για τα τελευταία... Μέχρι να φτάσω στα μαγαζιά, έκλεισαν. Τα πήρα στο κρανίο, είχε πέσει η θερμοκρασία μέσα σ’ένα τέταρτο και ήμουν ξυλιασμένη. Aρχισα τσαντίλα να τρέχω προς τα πίσω, μέχρι που σήκωσα τα μάτια μου και είδα οτι... δεν έβλεπα τίποτα!!!

Χιόνιζε ΤΟΣΟ πολύ που δεν έβλεπα στα δύο μέτρα! Και ξαφνικά κατάλαβα ότι δεν άκουγα καν θόρυβο από αυτοκίνητα. Ετσι ή αλλιώς εκείνη την ώρα είχε πολύ λίγα, αλλά ξαφνικά, σιωπή! Λες και μπήκε σουρντίνα! Το μόνο που ακουγόταν ήταν γρήγορα περπατήματα, μάλλον απόπειρες περπατήματος, μια και δεν μπορούσε κανείς να προχωρήσει κανονικά, με το χιόνι να στροβιλίζεται με φόρα σαν παλαβό.

Ημουν ήδη στην πλατεία της φωτο και πάλι. Κοίταξα τον ουρανό και έβρεχε μικρά σεντονάκια, στροβιλιστά, θεόπυκνα, σαν ψεύτικα! Τα φώτα τα έκαναν κιτρινωπά και όλα γύρω μου, παραμύθι με χρυσαφί φωτισμό... Χάζεψα κι έμεινα ακίνητη. Ανά μερικά λεπτά, αραίωνε για λίγο, ίσα να βλέπεις αντί στα δύο, στα πέντε μέτρα, και μετά πάλι λες κι η Βασίλισσα του Χιονιού άδειαζε τσουβάλια. Γενναιόδωρη. Αρχόντισσα. Κλέφτρα παράστασης. Ποιός Αγιος Βασίλης θα μπορούσε να top that?

Πουντιασμένη, μπότες κρυσταλλιασμένες ως τη γάμπα. Τα μαγουλά μου δεν τα ένοιωθα απ’το κρύο. Κασκώλ ως τα μάτια, ανάσα άσπρο συννεφάκι να κόβεται με το μαχαίρι, πνεύμονες να τσούζουν με κατεψυγμένο αέρα. Και ξαφνικά φλασιά: ήμουν μόνη μου, ναι, μα τόσο γεμάτη, σα να έγινε το γύρω όλο ένα σκηνικό ballet on ice και να ομόρφυναν τα πάντα. Ξέχασα την τσαντίλα μου, τη θλίψη μου, χάζευα σαν παιδάκι. Καρυοθραύστης live!

Κάποιοι συμφοιτητές μας από την Αφρική, την πρώτη φορά που είχε χιονίσει στη Γλασκώβη, βγήκαν έξω με τις πυτζάμες να δουν χιόνι προς μεγάλη ευθυμία όλων μας. Χαιρόμασταν με τη χαρά τους, αλλά ως μπλαζέ ευρωπαίοι, κάπου το βρίσκαμε παιδιάστικο. Ε, here I was: το στόμα ανοιχτό να δοκιμάσω χιονονιφάδες και να χαίρομαι σα μωρό! Παραμυθούπολη. Το βασίλειο των Πάγων, την ώρα που το έφτιαχναν. Γινόμουν κι εγώ μέρος του σκηνικού. Αν δεν ξεπάγιαζα τόσο που να αισθανόμουν υποθερμία, θα έμενα να γίνω σαν τα αγάλματα, μισοσκεπασμένη απ’το χιόνι.

Το μόνο που μου θύμιζε το σπίτι μου ήταν μια έντονη ανάγκη να ήταν οι δικοί μου εκεί, να μοιραστούμε την απόλυτη ησυχία και το κιτρινωπό λευκό της Παραμυθούπολης... Ολη η πλατεία και οι γύρω δρόμοι κατάλευκοι, να φεγγίζουν. Μοναξιά αλλά και μαγεία. Χριστουγεννιάτικη μαγεία...

Στον γυρισμό στο flat, πετούσα. Μόνη, τσαντίλα, overstressed, overworked, frustrated, με τις βαλίτσες έτοιμες και το σιχτίρ στο στόμα, κι όμως γεμάτη ομορφιά απ’την πρωτόγνωρη εικόνα. Μια πλατεία όλη μόνη μου, γεμάτη όλο το χιόνι που μου έλειψε στην πόλη όσο μεγάλωνα. Ενα φιλικό πατ-πατ-πατ «έλα, κοίτα τι σου έχω», να με ξεγελάσει αρκετά, να με κρατήσει. Κοιμήθηκα με το χρυσαφί λευκό να πλημμυρίζει τα μάτια μου...


Την άλλη μέρα, όλα πήγαν ρολόι. Here ye go! Εισιτήριο, πτήσεις back to back στην ώρα τους. Προσγείωση μες το σκοτάδι, δεν είδα την τσιμεντούπολη παρά μόνο σαν γιορτινή χριστουγεννιάτικη γιρλάντα πεταμένη στο έδαφος. Ευτυχώς! Βαλίτσες, γονείς, boyfriend, φίλοι στο αεροδρόμιο, όλα οκ. Μπαίνοντας στο αμάξι για να πάμε επιτέλους σπίτι, ένοιωσα μια περίεργη λύπη που άφηνα πίσω την Παιχνιδούπολη. Αντί για χοροπηδητό που ήμουν επιτέλους σπίτι, λύπη! Μη χειρότερα...

Και τελικά Glasgow: ποτέ ξανά το σκέτο κάτεργο, το άγχος και projects φορτωμένo. Από δω και πέρα, η χώρα που δεν ξημερώνει όλο το χειμώνα, και όλο το φως της βγαίνει από το χιόνι! Το Παραμύθι που μου υποσχέθηκα ότι θα γυρίσω κάποια στιγμή με τους αγαπημένους μου να τους το δείξω.

Ομως... Μπήκε το 2007. Ούτε φέτος. Ας είναι, ξέρω πως θα με περιμένει...

ΥΓ- Μην ξεγελιέστε από τις σχετικά φωτεινές φωτος, είναι τραβηγμένες κατακαλόκαιρο... Και ναι, συγκινήθηκα τρομερά όταν βρήκα τη φωτο της πλατείας, από εκεί ακριβώς που στεκόμουν σα χαζό μες τη χιονόπτωση! Καλή Χρονιά να έχουμε, με τους αγαπημένους μας πάντα παρέα μας να μοιραζόμαστε δια ζώσης τη μαγεία!




I know that i've been mad in love before / And how it could be with you / Really hurt me baby, really cut me baby / How can you have a day without a night / You're the book that I have opened / And now I've got to know much more / The curiousness of your potential kiss / Has got my mind and body aching / Really hurt me baby, really cut me baby / How can you have a day without a night / You're the book that I have opened / And now I've got to know much more / Like a soul without a mind / In a body without a heart / I'm missing every part[x5]

Unfinished Sympathy / Massive Attack